Τέμπη: Γερανοί με… μεζούρα και συμβάσεις εκ των υστέρων
Στη σύμβαση των 178.560 ευρώ για τα μηχανήματα στο Κουλούρι εμφανίζονται δύο αδιανόητα στοιχεία: η υπογραφή της έγινε αφού φέρονται να είχαν πραγματοποιηθεί οι εργασίες, ενώ η πληρωμή των γερανών προβλεπόταν «σύμφωνα με τα μέτρα μήκους»!
Ποιος ανέθεσε αρχικά τις εργασίες; Με ποιο έγγραφο ξεκίνησαν; Γιατί η σύμβαση όριζε ολοκλήρωση εντός 30 ημερών, εάν το έργο είχε ήδη εκτελεστεί; Από πότε οι γερανοί μετριούνται με… μεζούρα; Πρόκειται για αθώο copy-paste ή για σύμβαση που συντάχθηκε εκ των υστέρων και στο πόδι;
Ποιος συνέταξε, ποιος έλεγξε, ποιος πιστοποίησε και ποιος ενέκρινε την πληρωμή; Στα Τέμπη δεν χωρούν ούτε ημερομηνίες-φαντάσματα ούτε συμβατικοί όροι που δεν αντέχουν στη στοιχειώδη λογική.
Κανείς δεν έπεισε — αλλά όλοι πανηγυρίζουν
Η δημοσκόπηση της GPO για το Star έστειλε ένα αρκετά καθαρό μήνυμα: οι πολίτες άκουσαν τις εξαγγελίες, είδαν τα προγράμματα, έκαναν τους υπολογισμούς τους και τελικά… δεν πείστηκαν. Οι εξαγγελίες Μητσοτάκη αξιολογούνται αρνητικά από το 61,4%, το πρόγραμμα Τσίπρα από το 63,4% και το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ από το 56,4%.
Κι όμως, όλοι θα βρουν έναν αριθμό για να πανηγυρίσουν. Η κυβέρνηση επειδή προηγείται, ο Τσίπρας επειδή επέστρεψε στη συζήτηση και το ΠΑΣΟΚ επειδή έχει τη χαμηλότερη αρνητική αξιολόγηση. Μόνο που ο πραγματικός νικητής της δημοσκόπησης είναι η δυσπιστία. Όταν κανένα πρόγραμμα δεν συγκεντρώνει πλειοψηφικά θετικές κρίσεις, το μήνυμα δεν είναι θρίαμβος. Είναι προειδοποίηση.
Πρώτος ο Μητσοτάκης — αλλά πείθει μόλις έναν στους τέσσερις
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται πρώτος στο ερώτημα ποιος πολιτικός αρχηγός έπεισε περισσότερο, συγκεντρώνοντας 25,9%. Ακολουθεί ο Αλέξης Τσίπρας με 15,5% και ο Νίκος Ανδρουλάκης με 10,6%.
Η κυβέρνηση ασφαλώς θα κρατήσει την πρωτιά. Καλό θα ήταν, όμως, να κοιτάξει και το μέγεθός της: ο πρωθυπουργός, ύστερα από μια ολόκληρη ΔΕΘ, την πλήρη κυβερνητική κινητοποίηση και τη σχεδόν αδιάκοπη προβολή των μέτρων του, έπεισε μόλις έναν στους τέσσερις. Αν αυτό θεωρείται επιτυχία, τότε μάλλον ο πήχης έχει κατέβει πολύ χαμηλά.
Η αυτοδυναμία απομακρύνεται, τα σενάρια συνεργασιών πληθαίνουν
Η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στο 25,8% στην πρόθεση ψήφου και στο 30,6% στην εκτίμηση. Παραμένει πρώτη, αλλά απέχει αισθητά από τα επίπεδα αυτοδυναμίας.
Γι’ αυτό και στα πολιτικά και δημοσιογραφικά γραφεία έχουν ήδη αρχίσει οι συζητήσεις για κυβερνήσεις συνεργασίας, πρόσωπα κοινής αποδοχής και πρωθυπουργούς που ενδέχεται να μην είναι αρχηγοί κομμάτων.
Το παράδοξο είναι ότι ορισμένοι έχουν αρχίσει να μοιράζουν υπουργεία και να αναζητούν πρωθυπουργό πριν ακόμη αποφασίσει ο λαός. Η κάλπη, πάντως, έχει την κακή συνήθεια να χαλάει τα σχέδια που καταστρώνονται χωρίς εκείνη.
Το ΠΑΣΟΚ έχει πρόβλημα — αλλά διαθέτει και μια μεγάλη δεξαμενή
Το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ αξιολογείται θετικά από το 26,6% και αρνητικά από το 56,4%. Οι αρνητικές κρίσεις είναι λιγότερες από εκείνες που συγκεντρώνουν οι προτάσεις Μητσοτάκη και Τσίπρα. Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη στοιχείο: το 17% δεν γνωρίζει ή δεν απαντά, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των τριών προγραμμάτων.
Αυτό είναι ταυτόχρονα πρόβλημα και ευκαιρία. Πρόβλημα, επειδή ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας δεν γνωρίζει ακόμη καθαρά τι προτείνει το ΠΑΣΟΚ. Ευκαιρία, επειδή αυτή η δεξαμενή δεν είναι αναγκαστικά αρνητική. Για να κερδηθεί, όμως, χρειάζεται καθαρό μήνυμα, συγκεκριμένες προτάσεις και πολύ λιγότερη εσωστρέφεια. Οι πολίτες δεν μπορούν να στηρίξουν ένα πρόγραμμα που δεν έχει φτάσει ακόμη στ’ αυτιά τους.
Ο Τσίπρας επέστρεψε στη συζήτηση, όχι όμως και στις δημοσκοπήσεις
Ο Αλέξης Τσίπρας καταγράφεται δεύτερος μεταξύ των τριών πολιτικών αρχηγών στο ερώτημα ποιος έπεισε περισσότερο, με 15,5%. Την ίδια στιγμή, όμως, το πρόγραμμά του αξιολογείται αρνητικά από το 63,4%, ενώ το 68,4% δεν το θεωρεί κοστολογημένο και ρεαλιστικό.
Είναι άλλο πράγμα η επιστροφή στο πολιτικό και μιντιακό προσκήνιο και άλλο η επιστροφή στην κοινωνία. Πολύ περισσότερο όταν ο ΣΥΡΙΖΑ καταγράφεται στο 1,1% στην πρόθεση και στο 1,3% στην εκτίμηση ψήφου. Οι εμφανίσεις μπορούν να εξασφαλίσουν πρωτοσέλιδα. Οι ψήφοι, όμως, απαιτούν κάτι περισσότερο.
Πατριωτισμός και για το πλουσιότερο 1%
Ο Αλέξης Τσίπρας επέμεινε στην πρότασή του για μόνιμη «πατριωτική εισφορά» 1% επί της καθαρής περιουσίας του οικονομικά ισχυρότερου 1% των Ελλήνων, με δυνητικά έσοδα περίπου 2 δισ. ευρώ τον χρόνο. «Είναι πατριωτική ευθύνη των πιο ισχυρών να βάλουν πλάτη», είπε.
Ενδιαφέρουσα ιδέα: να αποκτήσει, επιτέλους, ο οικονομικός πατριωτισμός και ανώτερη φορολογική κλίμακα. Γιατί, όταν πληρώνουν οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και οι μικρομεσαίοι, αποκαλείται «δημοσιονομική υπευθυνότητα». Όταν καλείται να συνεισφέρει το πλουσιότερο 1%, ξαφνικά ανακαλύπτονται κίνδυνοι και «ταξικός διχασμός».
Πατρίδα δεν είναι μόνο οι θυσίες των πολλών. Είναι και οι υποχρεώσεις των ισχυρών.
«Καλά ξεμπερδέματα στο αφεντικό»
Τη φαρμακερότερη ατάκα της συνέντευξής του την κράτησε ο Αλέξης Τσίπρας για την υπόθεση των υποκλοπών. Ευχήθηκε «ταχεία ανάρρωση» στον ανιψιό του πρωθυπουργού, υποστηρίζοντας ότι «έφαγε τη σφαίρα για να γλιτώσει το αφεντικό», και συμπλήρωσε: «Καλά ξεμπερδέματα στο αφεντικό».
Πέρα από τη θεατρικότητα της διατύπωσης, η πολιτική αιχμή είναι σαφής: ο Τσίπρας επιχειρεί να επαναφέρει τις υποκλοπές στο κέντρο της αντιπαράθεσης και να τις συνδέσει ευθέως με την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Η κυβέρνηση ήλπιζε ότι το Predator είχε πλέον περάσει στα ψιλά. Ο πρώην πρωθυπουργός έδειξε ότι σκοπεύει να το ξαναβάλει στα πρωτοσέλιδα — και μάλιστα χωρίς να μετράει ιδιαίτερα τα λόγια του.
Η «Εθνική Ελλάδος» του Καρατζαφέρη και οι πρόθυμοι της επόμενης ημέρας
Ο Γιώργος Καρατζαφέρης παρουσίασε τη δική του πολιτική «Εθνική Ελλάδος», μοιράζοντας θέσεις και ρόλους σε πρόσωπα από διαφορετικούς χώρους. Στις επιλογές του υπήρχε θέση ακόμη και για τον Παύλο Γερουλάνο.
Η συζήτηση, βεβαίως, δεν είναι αθώα. Τροφοδοτεί το γνωστό σενάριο ενός «πρόθυμου» ΠΑΣΟΚ που, μετά τις εκλογές, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κυβερνητική πατερίτσα του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Προφανώς και δεν περιμέναμε να κάνει αναφορά στον Χάρη Δούκα. Άλλωστε, είναι φανερό ότι τους χάλασε τη σούπα. Ήθελαν ένα πρόθυμο, χειραγωγήσιμο ΠΑΣΟΚ, έτοιμο να στηρίξει τη Νέα Δημοκρατία. Ευτυχώς, αυτό σταμάτησε με το πρόσφατο συνέδριο και την καθαρή απόφαση για καμία συνεργασία με τη ΝΔ.
Ας αναζητήσουν, λοιπόν, αλλού πρόθυμους κυβερνητικούς εταίρους. Εκτός αν είναι τόσο βέβαιοι ότι τα ονόματα που αναφέρουν θα υποκύψουν τελικά. Λες;
Ψάχνουν από τώρα τον επόμενο πρωθυπουργό
Όσο η αυτοδυναμία απομακρύνεται, τόσο πληθαίνουν οι «πληροφορίες» για κυβερνήσεις συνεργασίας. Άλλοι συζητούν κυβέρνηση ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, άλλοι ένα ευρύτερο σχήμα με πρωθυπουργό κοινής αποδοχής και ορισμένοι αναζητούν ήδη κάποιο εξωκοινοβουλευτικό πρόσωπο που θα μπορούσε να ενώσει διαφορετικούς πολιτικούς χώρους.
Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλά από αυτά τα σενάρια δεν ξεκινούν από τα ίδια τα κόμματα, αλλά από κύκλους που επιθυμούν να προετοιμάσουν την κοινή γνώμη για συγκεκριμένες λύσεις.
Αναζητούν έναν πρωθυπουργό που δεν έχει ψηφιστεί και μια κυβερνητική πλειοψηφία που δεν έχει ακόμη εκλεγεί. Μια μικρή λεπτομέρεια: προηγούνται οι εκλογές και αποφασίζουν οι πολίτες.
Οι αριθμοί δεν βγάζουν κυβέρνηση — βγάζουν πολιτική αβεβαιότητα
Με τη Νέα Δημοκρατία στο 30,6% της εκτίμησης ψήφου, την ΕΛΑΣ στο 16% και το ΠΑΣΟΚ στο 12,8%, η επόμενη Βουλή προμηνύεται έντονα κατακερματισμένη. Η Ελληνική Λύση ακολουθεί με 9%, το ΚΚΕ με 8,8%, ενώ αρκετά μικρότερα κόμματα κινούνται κοντά ή πάνω από το όριο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.
Με αυτά τα δεδομένα, όποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει από τώρα ποια κυβέρνηση θα σχηματιστεί μάλλον γνωρίζει περισσότερα και από τους ψηφοφόρους.
Το μόνο ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι η αυτοδυναμία δεν προκύπτει και ότι η επόμενη ημέρα θα απαιτήσει καθαρές πολιτικές θέσεις. Όχι συμφωνίες κάτω από το τραπέζι και πρωθυπουργούς που θα επιλεγούν σε κλειστά δωμάτια.
Η πραγματική αντιπολίτευση είναι η κοινωνική δυσπιστία
Η κυβέρνηση προηγείται, η αντιπολίτευση κατακερματίζεται και τα νέα πολιτικά σχήματα αναζητούν χώρο. Πίσω, όμως, από όλους τους αριθμούς υπάρχει ένα κοινό εύρημα: η κοινωνία δεν εμπιστεύεται εύκολα κανέναν.
Οι πολίτες δεν απορρίπτουν μόνο συγκεκριμένα μέτρα. Αμφισβητούν εάν τα προγράμματα είναι κοστολογημένα, ρεαλιστικά και εφαρμόσιμα.
Εκεί θα κριθεί η επόμενη πολιτική αναμέτρηση: όχι στο ποιος θα υποσχεθεί περισσότερα, αλλά στο ποιος θα αποδείξει ότι μπορεί να εφαρμόσει όσα υπόσχεται. Και αυτήν τη στιγμή, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, κανείς δεν έχει κερδίσει αυτή τη μάχη.



