Η αντιπαράθεση μεταξύ του θατσερισμού και του αναδυόμενου μοντέλου που στο βίντεο περιγράφεται ως «μαντσεστερισμός» δεν συνιστά απλώς μια διαχειριστική διαφωνία γύρω από δημόσιες συμβάσεις, αλλά μια βαθιά σύγκρουση δύο εκ διαμέτρου αντίθετων φιλοσοφιών για τη φύση του κράτους, την κατανομή της ισχύος και την έννοια του δημόσιου αγαθού.
Στον πυρήνα του θατσερικού δόγματος βρισκόταν η πεποίθηση ότι το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας και τα κρατικά μονοπώλια είχαν παραλύσει τη βρετανική οικονομία. Η Μάργκαρετ Θάτσερ αντιμετώπισε τις ιδιωτικοποιήσεις όχι μόνο ως εργαλείο δημοσιονομικής εξυγίανσης, αλλά ως μέσο ηθικής και κοινωνικής μεταρρύθμισης. Το όραμα του «λαϊκού καπιταλισμού» επεδίωκε να μετατρέψει τους πολίτες από παθητικούς καταναλωτές ή συνδικαλισμένους εργαζόμενους σε μικρομετόχους, αποσυνδέοντας την καθημερινή επιβίωση από τη δημόσια μέριμνα. Παράλληλα, αυτή η οικονομική φιλελευθεροποίηση συνοδεύτηκε από έναν οξύδοξο πολιτικό συγκεντρωτισμό: για να καμφθούν οι αντιστάσεις των ισχυρών συνδικάτων και των αριστερών τοπικών συμβουλίων, η κεντρική εξουσία στο Westminster αποδυνάμωσε συστηματικά την τοπική αυτοδιοίκηση, ενώ η οικονομική δραστηριότητα μετατοπίστηκε σχεδόν μονομερώς προς τις χρηματοπιστωτικές αγορές του Λονδίνου, επιταχύνοντας την αποβιομηχάνιση του βρετανικού Βορρά.
Τέσσερις δεκαετίες μετά, η ρωγμή αυτού του μοντέλου αποτυπώνεται στην κατάρρευση των υποδομών ζωτικής σημασίας, με κορυφαίο παράδειγμα την ιδιωτικοποίηση του νερού και των συγκοινωνιών. Η κριτική απέναντι στον θατσερισμό σήμερα εδράζεται στην παραδοχή ότι η μετατροπή φυσικών μονοπωλίων σε ιδιωτικές κερδοσκοπικές επιχειρήσεις απέτυχε να παραγάγει πραγματικό ανταγωνισμό, οδηγώντας αντ’ αυτού σε υπερχρέωση των εταιρειών, εκροή μερισμάτων και υποεπένδυση.
Στον αντίποδα αυτού του κληροδοτήματος, η λογική του «μαντσεστερισμού», όπως αποκρυσταλλώνεται στην πολιτική διαδρομή του Άντι Μπέρναμ, προτείνει μια ριζική αναδιάταξη τόσο της οικονομικής όσο και της γεωγραφικής ισχύος. Η ιδεολογική του αφετηρία δεν αποτελεί νοσταλγική επιστροφή στον γραφειοκρατικό κορπορατισμό της δεκαετίας του 1970, αλλά μια σύγχρονη προσέγγιση «τοπικιστικού παρεμβατισμού». Η ανάκτηση του δημόσιου ελέγχου —όπως εφαρμόστηκε πιλοτικά στο δίκτυο λεωφορείων του Μάντσεστερ— επαναπροσδιορίζει τις δημόσιες υπηρεσίες όχι ως εμπορεύματα μεγιστοποίησης κέρδους, αλλά ως βασικές κοινωνικές υποδομές που πρέπει να λειτουργούν με γνώμονα το κόστος και να ανατροφοδοτούν την τοπική ανάπτυξη.
Το κρίσιμο σημείο αυτής της σύγκρουσης είναι η σχέση κέντρου και περιφέρειας. Ενώ ο θατσερισμός συγκέντρωσε την πολιτική απόφαση στο Λονδίνο και άφησε την αγορά να κατανείμει τον πλούτο, ο μαντσεστερισμός υποστηρίζει ότι η πραγματική ανάταξη της παραγωγικής βάσης προϋποθέτει ουσιαστική αποκέντρωση εξουσιών σε εκλεγμένους περιφερειακούς ηγέτες που γνωρίζουν άμεσα τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών. Με αυτόν τον τρόπο, η επαναφορά του κράτους δεν νοείται ως ένα απόμακρο, συγκεντρωτικό υπουργείο, αλλά ως μια ενεργή περιφερειακή αρχή ικανή να σχεδιάζει βιομηχανική πολιτική, να στηρίζει στρατηγικούς τομείς και να διασφαλίζει λογοδοσία.
Ωστόσο, η διαμάχη αυτή προσκρούει στα σκληρά όρια της σύγχρονης οικονομικής πραγματικότητας. Η Θάτσερ είχε στη διάθεσή της τα έσοδα από τις πωλήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων και το πετρέλαιο της Βόρειας Θάλασσας, ενώ η σημερινή απόπειρα απομάκρυνσης από τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία περιορίζεται δραματικά από τα διογκωμένα επίπεδα δημόσιου χρέους και την ασφυκτική επιτήρηση των αγορών ομολόγων. Συνεπώς, η ιδεολογική μετάβαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με μαζικές και πανάκριβες εξαγορές ιδιωτικών κολοσσών. Ο πραγματικός αγώνας μετατοπίζεται πλέον στο πεδίο της ρυθμιστικής αυστηρότητας, της σταδιακής ανάκτησης στρατηγικών λειτουργιών κατά τη λήξη των συμβάσεων και της διαμόρφωσης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, όπου η δημόσια ιδιοκτησία και ο ιδιωτικός τομέας καλούνται να επαναδιαπραγματευτούν τα όρια του δημόσιου συμφέροντος.
ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ
Σχόλια (0)