Η ανακοίνωση στις βάσεις δεν αποκάλυψε μόνο αριθμούς και στατιστικά.
Κατέγραψε σιωπηρά μια βαθύτερη κοινωνική μετατόπιση, μια αλλαγή προσανατολισμού στις σπουδές και ίσως την αρχή του τέλους για μια ολόκληρη εποχή στην ελληνική εκπαίδευση
Αν και στο σύνολο δεν παρατηρήθηκαν έντονες αυξομειώσεις συγκριτικά με προηγούμενα έτη, η τάση της επαγγελματικής ανασφάλειας που κυριαρχεί στις επιλογές σπουδών των νέων είναι πια πασιφανής.
Σχολές που για δεκαετίες θεωρούνταν πυλώνες του πρώτου επιστημονικού πεδίου —όπως οι Νομικές, τα Παιδαγωγικά και κυρίως οι Φιλολογικές— βρέθηκαν σε τροχιά πτώσης.
Χαρακτηριστικά, στη Φιλολογία Αθήνας καταγράφηκε πτώση 1.356 μορίων, ενώ σε αντίστοιχα τμήματα της περιφέρειας οι βάσεις άγγιξαν ή και υποχώρησαν κάτω από το όριο των 9.000 μορίων.
Σε μια χώρα που γέννησε τη ρητορική και τη γραμματεία, οι μελλοντικοί φιλόλογοι εισάγονται σε σχολές με βαθμούς κάτω του μετρίου με τις όποιες εκπαιδευτικές συνέπειες.
Όπως σημείωσε στο Dnews ο φιλόλογος Αλέξανδρος Σουλιώτης
«Η ανακοίνωση των φετινών βάσεων εισαγωγής επιβεβαίωσε το κλίμα επαγγελματικής ανασφάλειας που συνάδει απόλυτα με την εποχή. Αν και παρατηρούμε ότι σε γενικές γραμμές δεν υπήρχαν σημαντικές αυξομειώσεις,εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων,συγκριτικά με τα προηγούμενα έτη, ωστόσο είναι πανθομολογούμενη η αβεβαιότητα που κυριαρχεί στις επιλογές σπουδών των σημερινών νέων.
Χαρακτηριστικά στο 1ο επιστημονικό πεδίο αξιοσημείωτη είναι η πτώση των βάσεων σε περιζήτητες παραδοσιακά σχολές όπως οι Νομικές,οι σχολές Ψυχολογίας,ακόμα και οι Στρατιωτικές σχολές.
Αντιθέτως, η εντυπωσιακή-σε ορισμένες περιπτώσεις-άνοδος σχολών που σχετίζονται με διεθνείς και ευρωπαϊκές σπουδές αποδεικνύει περίτρανα την αλλαγή επαγγελματικής πλεύσης των νέων σε σπουδές με πολλά υποσχόμενη προοπτική επαγγελματικής ανέλιξης σε χώρες του εξωτερικού.
Αξιόλογα τμήματα που σχετίζονται με την ενασχόληση και ενίσχυση των ευάλωτων κοινωνικά ομάδων όπως τα τμήματα Κοινωνικής Εργασίας,αλλά και σχολές όπως οι Παιδαγωγικές ή οι Δημοσιογραφίας κινήθηκαν στα μέσα του χάρτη των επιλογών,ενώ θλιβερή εικόνα παρουσιάζει η σχεδόν πλήρης απαξίωση των Φιλολογικών και παρεμφερών με αυτές σχολών,καθώς οι βάσεις εισαγωγής εκεί είναι ιδιαιτέρως χαμηλά.
Όπως και να’χει καταγράφεται μια νέα πραγματικότητα πλέον στις μεταλυκειακές σπουδές με το επαγγελματικό τοπίο να είναι ομιχλώδες και δυσερμήνευτο σε πολλά γνωστικά αντικείμενα.»
Στον απόηχο των φετινών αποτελεσμάτων εισαγωγής είναι ηχηρή η «βουτιά» που κατέγραψαν τα Φιλολογικά Τμήματα αποδεικνύοντας ότι οι σπουδές σε αυτό το γνωστικό αντικείμενο βρίσκονται σε κρίση. Σίγουρα παίζει ρόλο ότι πλέον δεν γίνονται διορισμοί όμως έχει αρχίσει δειλά δειλά και μια συζήτηση για το γεγονός ότι η νέα γενιά δείχνει προτίμηση προς το χρησιμοθηρικό, το μετρήσιμο, το τεχνολογικά αποδοτικό.
Βάσεις 2025: «Η παρακμή της Φιλολογίας προάγγελος βαθύτερης πολιτισμικής κρίσης»
Στην βάση αυτή της σκέψης και η παρέμβαση του φιλολόγου Αποστόλη Ζυμβραγάκη που μιλώντας στο Dnews ξεδίπλωσε τι κρύβεται πίσω από τον κίνδυνο παραγκωνισμύ των Φιλολογικών Τμημάτων. «Στην αρχαία Ελλάδα, η παιδεία θεωρούταν προϋπόθεση της ελευθερίας. Ένας άνθρωπος ήταν «πολίτης» επειδή μπορούσε να μιλήσει, να σκεφτεί, να επιχειρηματολογήσει, να σταθεί σε έναν δημόσιο διάλογο με αυτογνωσία και λόγο. Η φιλολογία — η ενασχόληση με τον λόγο, τη μνήμη, την παράδοση και το συναίσθημα που κρύβεται πίσω από τις λέξεις — δεν ήταν ένα επάγγελμα. Ήταν ένας τρόπος να είσαι άνθρωπος.
Κι όμως, στην Ελλάδα του 21ου αιώνα χώρα που γέννησε τη ρητορική και τη γραμματεία ένας φοιτητής μπορεί να εισαχθεί σε σχολή Φιλολογίας με βαθμό 8. Ενδεικτικό όχι μόνο της υποβάθμισης ενός πανεπιστημιακού τμήματος, αλλά ίσως προάγγελος μιας βαθύτερης πολιτισμικής κρίσης. Δεν ζούμε πια στην εποχή των βιβλίων. Ζούμε στην εποχή των δεδομένων. Ο Homo Sapiens αντικαθίσταται σταδιακά από τον Homo Algorithmicus· έναν οργανισμό που δεν χρειάζεται αφήγηση, αλλά ακριβή πρόβλεψη· που δεν ενδιαφέρεται για το «γιατί» του ανθρώπου, αλλά για το «πώς» της μηχανής.Σε έναν τέτοιο κόσμο, η φιλολογία μοιάζει περιττή. Δεν προσφέρει δεξιότητες τεχνολογίας, δεν παράγει κώδικα, δεν οδηγεί σε οικονομική ανάπτυξη. Δεν καταγράφει, δεν μετρά. Μόνο ερμηνεύει. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά της. Γιατί φοβόμαστε την ερμηνεία; Η ερμηνεία απαιτεί χρόνο, αμφιβολία, ιστορική γνώση και ενσυναίσθηση. Είναι αργή, εύθραυστη και άβολη. Σε αντίθεση με τις “δεδομένες” αλήθειες του ψηφιακού κόσμου, η φιλολογία σου ψιθυρίζει: «Μπορεί να κάνεις λάθος. Μπορεί να υπάρχουν κι άλλες οπτικές. Η γλώσσα είναι ρωγμή, όχι τοίχος».
Οι κοινωνίες που γυρίζουν την πλάτη τους σε αυτή τη στάση ζωής γίνονται πιο φτωχές. Όχι οικονομικά, αλλά υπαρξιακά. Και όσο οι πολίτες γίνονται αναγνώστες memes αντί για ποίησης, καταναλωτές πληροφορίας αντί για φορείς κρίσης, τόσο ενισχύεται το εξής παράδοξο: Δεν είμαστε αμόρφωτοι. Είμαστε υπερπληροφορημένοι αλλά βαθιά αναλφάβητοι στον Λόγο.»
Παράλληλα τονίζει ότι «η κρίση της φιλολογίας στην Ελλάδα δεν είναι μόνο κοινωνική ή πολιτισμική· είναι παιδαγωγική. Στα σχολεία, η λογοτεχνία έχει καταντήσει ύλη πανελλαδικών. Η γλώσσα διδάσκεται σαν μαθηματική εξίσωση. Οι αρχαίοι συγγραφείς, αντί να προκαλούν δέος ή φιλοσοφική ταραχή, γίνονται αντικείμενα εξαντλητικής συντακτικής ανάλυσης. Το μάθημα του «λόγου» έχει αντικατασταθεί από το μάθημα της υποτακτικής. Το μήνυμα στους μαθητές είναι σαφές: «Μη σκέφτεσαι· αναπαράγαγε. Μη νιώθεις· εξήγησε. Μη γράφεις· σημείωνε.» Μπορούμε να κατηγορούμε τους εφήβους που δεν επιλέγουν φιλολογία, αλλά ίσως δεν τους δώσαμε ποτέ την ευκαιρία να τη γνωρίσουν. Αν η φιλολογία εκλείψει, τι χάνουμε;
Τη δυνατότητα να συνομιλήσουμε με το παρελθόν χωρίς να το φετιχοποιούμε. Τη δύναμη να ονομάσουμε τον εαυτό μας με ακρίβεια και ποίηση. Την ικανότητα να αναγνωρίσουμε τα αφηγήματα εξουσίας και να τα αποδομήσουμε. Τη δημοκρατική μας ταυτότητα, που είναι θεμελιωμένη στον δημόσιο λόγο, τη διαφωνία, την επιχειρηματολογία. Χωρίς φιλολόγους, ίσως αποκτήσουμε περισσότερους τεχνικούς. Ίσως φτιάξουμε εξυπνότερες εφαρμογές. Ίσως αυξήσουμε το ΑΕΠ. Αλλά θα ξέρουμε ποιοι είμαστε; Θα μπορούμε να πούμε ιστορίες για τον εαυτό μας, πέρα από hashtags και οικονομικούς δείκτες;
Η φιλολογία δεν είναι το παρελθόν. Είναι το μόνο εργαλείο που έχουμε για να συνδεόμαστε με νόημα· με τους άλλους, με το παρελθόν, με τον εαυτό μας. Ίσως σε 50 χρόνια, οι άνθρωποι να μπορούν να προγραμματίζουν, να ταξιδεύουν στο διάστημα, να επιμηκύνουν τη ζωή τους. Αλλά αν δεν ξέρουν να διαβάζουν βαθιά, να σκέφτονται ποιητικά και να ακούν τον άλλο, τότε δεν θα είναι πιο ελεύθεροι. Θα είναι απλώς πιο μόνοι. Και ίσως τότε, να αναζητήσουν ξανά εκείνους που κάποτε λέγονταν φιλόλογοι.» καταλήγει.