Ήταν το μακρινό 2017 όταν ο τότε Περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας Κώστας Μπακογιάννης παραδέχθηκε πως έχει κάνει «μπάφο» στην τηλεοπτική εκπομπή «Ελληνοφρένεια» στον τηλεοπτικό σταθμό «Άλφα»
Τότε οι «θεσμοί» δεν κινήθηκαν καθόλου καθώς η δήλωση αυτή εντάχθηκε στο ασφαλές πλαίσιο του τηλεοπτικού χαλαρού σχολιασμού.
Αντιθέτως, μια παρόμοια αναφορά του Γιάνη Βαρουφάκη σε περιστασιακή χρήση ουσιών ενεργοποίησε ακαριαία τα αντανακλαστικά του κρατικού μηχανισμού και η Δικαιοσύνη έσπευσε να εξετάσει ενδεχόμενες ποινικές προεκτάσεις. Το πολιτικό περιεχόμενο των δύο περιπτώσεων ήταν συγκρίσιμο. Η θεσμική αντιμετώπιση, όμως, ριζικά διαφορετική.
Αυτό το χάσμα φωτίζει μια παλιά παθογένεια του κράτους που θέλει την ισονομία να λειτουργεί επιλεκτικά. Ο λόγος που εκπέμπεται από τον πυρήνα της παραδοσιακής εξουσίας της Δεξιάς ερμηνεύεται ως μια χαλαρή προσωπική αφήγηση. Ο λόγος που προέρχεται από έναν πολιτικό του προοδευτικού χώρου μετατρέπεται σε αντικείμενο ποινικής διερεύνησης.
Κάπου εκεί ψάχνουμε την ουσία. Την πραγματική ουσία. Όταν οι θεσμοί δείχνουν διαφορετικά αντανακλαστικά απέναντι σε αντίστοιχες δηλώσεις, παράγουν ανισότητα. Όταν αυτή η ανισότητα αφορά πολιτικούς αντιπάλους, τότε παύει να είναι απλή αστοχία και μετατρέπεται σε πρόβλημα δημοκρατίας. Άλλοι μιλούν χωρίς συνέπειες και άλλοι βρίσκονται υπό αστυνομική και δικαστική επιτήρηση. Και αυτό είναι ένα βαθιά πολιτικό πρόβλημα.



