Η πρόσφατη δημόσια παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία πλέον δείχνει να απομακρύνεται από τον ρόλο της τραγικής φιγούρας ενός εθνικού δράματος για να ενδυθεί τον μανδύα της εν αναμονή πολιτικής αρχηγού, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ορθότητα της στρατηγικής της.
Στην προσπάθειά της να αποκτήσει πολιτική υπόσταση μέσα από μια γενικευμένη ισοπέδωση του πολιτικού συστήματος, η κ. Καρυστιανού υπέπεσε σε ένα στρατηγικό σφάλμα ολκής: επέλεξε να στοχοποιήσει τη θεσμική αντιπολίτευση για το ζήτημα των υποκλοπών, έναν τομέα όπου τα επιχειρήματά της όχι μόνο στερούνται βάσης, αλλά αγγίζουν τα όρια της παραπληροφόρησης.
Η απόφασή της να κατηγορήσει τον Πρόεδρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι δήθεν δεν πίεσε αρκετά για το θέμα των παρακολουθήσεων που τον αφορούσαν προσωπικά, αποκαλύπτει μια επικίνδυνη άγνοια των πραγματικών γεγονότων ή, ακόμη χειρότερα, μια συνειδητή προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων με σκοπό την άντληση ψήφων από τη δεξαμενή της αντισυστημικής οργής.
Είναι τουλάχιστον οξύμωρο να εγκαλείται για ολιγωρία η παράταξη που έφερε το θέμα στη δικαιοσύνη, που προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και που αποτέλεσε τον βασικό μοχλό πίεσης για να αποκαλυφθούν οι σκοτεινές πτυχές του κέντρου παρακολουθήσεων.
Όταν η κ. Καρυστιανού ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε διεκδίκηση δικαιωμάτων, την ώρα που εξελίσσονται δικαστικές διαδικασίες με συγκεκριμένους μηνυτές, τότε η κριτική της παύει να είναι πολιτική και μετατρέπεται σε μια ατυχής απόπειρα αποδόμησης ενός αντιπάλου με έωλα επιχειρήματα.
Αυτή η τακτική της πολιτικής αμετροέπειας πλήττει πρωτίστως την ίδια και το κύρος που με τόσο κόπο έχτισε ως εκπρόσωπος των συγγενών των θυμάτων των Τεμπών.
Η προσπάθειά της να εμφανιστεί ως η μόνη καθαρή απέναντι σε μια αντιπολίτευση την οποία βαφτίζει συλλήβδην συστημική, φαντάζει περισσότερο ως μια απεγνωσμένη κίνηση ανακοπής της δημοσκοπικής της πτώσης παρά ως μια σοβαρή πολιτική πρόταση. Η θεσμική απάντηση που έλαβε ήταν σαφής και δίκαιη: όταν κάποιος μιλά για θέματα που δεν γνωρίζει, απλώς εκτίθεται, ειδικά όταν το κάνει για να δώσει πολιτικά διαπιστευτήρια.
Είναι προφανές ότι η κ. Καρυστιανού επιχειρεί να δημιουργήσει ένα νέο αφήγημα, στο οποίο όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί είναι ίδιοι και συνένοχοι.
Όμως, το να ταυτίζει κανείς τη στάση της δημοκρατικής αντιπολίτευσης στο θέμα των υποκλοπών με την κυβερνητική συγκάλυψη είναι μια λογική ακροβασία που προσβάλλει τη νοημοσύνη των πολιτών.
Αν η στρατηγική της είναι να κερδίσει ζωτικό πολιτικό χώρο επιτιθέμενη σε όσους έδωσαν μάχες για τη θεσμική θωράκιση της δημοκρατίας με υπονοούμενα περί ηθικής τάξης, τότε μάλλον έχει χάσει τον προσανατολισμό της.
Η πολιτική απαιτεί τεκμηρίωση και όχι μόνο συναίσθημα ή αφορισμούς. Η διολίσθηση σε μια λαϊκίστικη ρητορική που αγνοεί τις πραγματικές νομικές και κοινοβουλευτικές ενέργειες των άλλων κομμάτων όχι μόνο δεν την καθιστά υποψήφια ηγέτιδα, αλλά την τοποθετεί στο περιθώριο μιας σοβαρής δημόσιας συζήτησης.



