Η πρόσφατη κίνηση του Μακάριου Λαζαρίδη να αναδημοσιεύσει μια προσβλητική ανάρτηση εις βάρος της Ντόρας Μπακογιάννη αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα πολιτικής απρέπειας που υπερβαίνει τα όρια της εσωκομματικής αντιπαράθεσης.
Η αναφορά που προέτρεπε μια πολιτικό με τη διαδρομή της κυρίας Μπακογιάννη να αποσυρθεί για να ασχοληθεί με τα εγγόνια της, δεν συνιστά απλώς μια ατυχή στιγμή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά μια βαθιά σεξιστική και απαξιωτική επίθεση που δεν συνάδει με το επίπεδο του κοινοβουλευτικού διαλόγου.
Παρά τη σπουδή του βουλευτή να αποσύρει την ανάρτηση μετά τη γενική κατακραυγή, η ζημιά στην εικόνα της παράταξης είχε ήδη συντελεστεί.
Η παρέμβαση του κυβερνητικού εκπροσώπου, Παύλου Μαρινάκη, ήταν σαφής και αυστηρή, αφήνοντας να εννοηθεί πως αν η ανάρτηση δεν είχε κατέβει άμεσα, η συνέχεια για τον κ. Λαζαρίδη θα ήταν πολύ διαφορετική.
Η προσπάθεια να αποδοθεί η ενέργεια αυτή στην πίεση των ημερών φαντάζει ως μια μάλλον αδύναμη δικαιολογία, καθώς ο δημόσιος λόγος απαιτεί ψυχραιμία και, πάνω από όλα, σεβασμό στην ιστορία των στελεχών που υπηρετούν τον ίδιο πολιτικό χώρο.
Το περιστατικό αυτό αφήνει μια πικρή γεύση για το πώς αντιλαμβάνονται ορισμένοι τη χρήση της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην πολιτική αρένα. Η στοχοποίηση προσώπων με τέτοιου είδους χαρακτηρισμούς υποβαθμίζει το πολιτικό προϊόν και αναγκάζει την κυβέρνηση να απολογείται για συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου της εσωκομματικής τάξης.
Αν και το θέμα θεωρείται τυπικά λήξαν για το Μέγαρο Μαξίμου, η πολιτική ουσία παραμένει, υπενθυμίζοντας ότι ο σεβασμός κερδίζεται με τη στάση ζωής και όχι με βιαστικά retweets που μετά ανακαλούνται υπό τον φόβο των κυρώσεων.



