Η πρόσφατη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία επισφράγισε με τον πιο πανηγυρικό τρόπο το ιδεολογικό και πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η αξιωματική αντιπολίτευση. Η έγκριση της εισήγησης του Σωκράτη Φάμελλου με το φαινομενικά ισχυρό 75% δεν αποτελεί δείγμα εσωκομματικής υγείας ή πολιτικής κυριαρχίας, αλλά την επίσημη παραδοχή μιας παράταξης που αδυνατεί να παράξει αυτόνομο πολιτικό λόγο και αναζητά σανίδα σωτηρίας στο παρελθόν.
Η ηγεσία του Σωκράτη Φάμελλου, εγκλωβισμένη σε χαμηλές δημοσκοπικές πτήσεις και στην πλήρη αδυναμία να πείσει το εκλογικό σώμα, επέλεξε να εκχωρήσει την πολιτική της αυτονομία. Η ανοιχτή και πλήρης ευθυγράμμιση με τις πρωτοβουλίες του Αλέξη Τσίπρα αποδεικνύει ότι ο νυν πρόεδρος λειτουργεί περισσότερο ως τοποτηρητής παρά ως αυτόνομος ηγέτης. Η δήλωση του ότι «δεν υπάρχει plan B ή plan C» δεν φανερώνει αποφασιστικότητα, αλλά μια επικίνδυνη πολιτική μονομανία που εναποθέτει τη μοίρα ενός ολόκληρου κόμματος στις παρασκηνιακές κινήσεις του πρώην πρωθυπουργού.
Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, αντί να αναλάβει την ευθύνη για τη συρρίκνωση του χώρου, επιχειρεί μέσω «πρωτοβουλιών» να εμφανιστεί ως ο από μηχανής θεός και ο απόλυτος ρυθμιστής της κεντροαριστεράς. Αυτή η συνεχής εξάρτηση του ΣΥΡΙΖΑ από το πρόσωπό του υποδηλώνει ότι το κόμμα δεν κατάφερε ποτέ να μεταβολίσει τις απανωτές εκλογικές ήττες ούτε να παρουσιάσει μια νέα, φρέσκια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Αντί για ανασυγκρότηση, παρακολουθούμε μια ανακύκλωση προσώπων και συνθημάτων που έχουν ήδη αποδοκιμαστεί από τους πολίτες.
Η απόρριψη των τροπολογιών που κατέθεσαν κορυφαία στελέχη, όπως ο Παύλος Πολάκης, η Ρένα Δούρου και ο Νίκος Παππάς, αναδεικνύει έναν βαθύ και αγεφύρωτο εσωτερικό διχασμό. Η βιασύνη της ηγεσίας να προσπεράσει τις διαφωνίες, βαφτίζοντάς τις «ανακύκλωση λυμένων ζητημάτων» και «αιχμές αμφισβήτησης», φανερώνει μια επιχείρηση εσωκομματικής επιβολής και φίμωσης της αντίθετης άποψης. Το γεγονός ότι το 25% του οργάνου καταψήφισε την κεντρική γραμμή δείχνει ότι η περίφημη «καθαρή εντολή» είναι εξαιρετικά εύθραυστη.
Η στρατηγική των «ευρύτερων συγκλίσεων» που ευαγγελίζεται η ηγεσία Φάμελλου δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ομολογία αδυναμίας. Όταν ένας πολιτικός φορέας αδυνατεί να εμπνεύσει αυτόνομα, βαφτίζει την ανάγκη για επιβίωση «κοινωνική συμμαχία». Η εμμονή σε έναν οδικό χάρτη χωρίς σαφές προγραμματικό πλαίσιο, το οποίο παραπέμπεται για το μέλλον, επιβεβαιώνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφέρεται περισσότερο για τις εσωτερικές ισορροπίες και τις καρέκλες της επόμενης ημέρας παρά για τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας. Η διολίσθηση στην πολιτική απομόνωση δεν αποφεύγεται με ψηφίσματα μηχανισμών, αλλά με παραγωγή πολιτικής, κάτι που η σημερινή ηγεσία δείχνει αδύνατον να προσφέρει.



