Στο επίκεντρο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης βρίσκεται η κυβέρνηση, καθώς εισάγει σήμερα Πέμπτη στην ολομέλεια της Βουλής τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ένα νομοσχέδιο που ήδη συγκεντρώνει τα πυρά της αντιπολίτευσης και προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για τις πραγματικές προθέσεις του υπουργείου Εσωτερικών. Παρά την κυβερνητική πλειοψηφία στην επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, το νομοσχέδιο καταψηφίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και την Πλεύση Ελευθερίας, ενώ το ΠΑΣΟΚ, η Ελληνική Λύση και η «Νίκη» κράτησαν αποστάσεις επιφυλασσόμενοι για την ολομέλεια, αναδεικνύοντας τη βαθιά έλλειψη συναίνεσης.
Η πλέον αμφιλεγόμενη διάταξη αφορά την κατάργηση του δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών και τη θεσμοθέτηση της εκλογής «σε ένα γύρο». Αντί η κυβέρνηση να ενισχύσει τη δημοκρατική νομιμοποίηση, επιλέγει να περιορίσει τις επιλογές των πολιτών, επιβάλλοντας ένα σύστημα που ευνοεί τις παρασκηνιακές προεκλογικές συναλλαγές και τη συγκέντρωση εξουσίας. Ο υπουργός Εσωτερικών, κ. Λιβάνιος, επιχείρησε να ωραιοποιήσει την κατάσταση ισχυριζόμενος ότι η αλλαγή αυτή φέρνει μεγαλύτερη συμμετοχή και δίνει περισσότερη δύναμη στους δημάρχους, ωστόσο η πραγματικότητα δείχνει ότι αφαιρείται από τους δημότες το δικαίωμα της τελικής, καθαρής επιλογής μεταξύ των επικρατέστερων συνδυασμών.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση εμφανίζεται διστακτική και ανακόλουθη στο κρίσιμο ζήτημα της αποκέντρωσης και της μεταφοράς ουσιαστικών αρμοδιοτήτων και πόρων από το κεντρικό κράτος στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ο κ. Λιβάνιος περιορίστηκε σε θεωρητικές συζητήσεις και ευχολόγια, φέρνοντας ως παράδειγμα τη διαχείριση των αστικών συγκοινωνιών της Αθήνας από την Περιφέρεια, στα πρότυπα του Λονδίνου, χωρίς όμως να παρουσιάσει κανένα συγκεκριμένο και άμεσα εφαρμόσιμο σχέδιο. Αντιθέτως, έσπευσε να κλείσει την πόρτα σε πάγια αιτήματα της Πρωτοβάθμιας Αυτοδιοίκησης για την ανάληψη των Κέντρων Υγείας, δηλώνοντας μη πεισμένος για τη χρησιμότητα μιας τέτοιας κίνησης και κρατώντας τις δομές εγκλωβισμένες σε ένα υποβαθμισμένο ΕΣΥ.
Οι δέκα βασικές αλλαγές που προωθεί το υπουργείο Εσωτερικών, πίσω από τους τίτλους περί εκσυγχρονισμού και ψηφιακού μετασχηματισμού, κρύβουν την προσπάθεια επιβολής ενός αυστηρού, κεντρικά ελεγχόμενου μοντέλου διακυβέρνησης. Η πολυδιαφημισμένη «αποσαφήνιση αρμοδιοτήτων» και η λειτουργία της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Ελέγχου Νομιμότητας αποτελούν ουσιαστικά εργαλεία για τον στενότερο έλεγχο των δήμων και των περιφερειών από την κεντρική διοίκηση. Παράλληλα, η εισαγωγή της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας για δημοψηφίσματα και τοπικά συμβούλια, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις για την ασφάλεια και την καθολικότητα της διαδικασίας, αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, καθώς κινδυνεύει να μετατρέψει τη συμμετοχή των πολιτών σε μια εικονική και αποστασιοποιημένη διαδικασία. Συνολικά, ο νέος Κώδικας αντί να απελευθερώσει τις δυνάμεις της αυτοδιοίκησης, μοιάζει να εξυπηρετεί μικροκομματικές σκοπιμότητες και την ενίσχυση του κυβερνητικού ελέγχου πάνω στις τοπικές κοινωνίες.



