17 Αυγούστου, 2026
Expand search form

Ο τέταρτος δρόμος προς τον σοσιαλισμό

Όλες οι κατηγορίες: ΑΡΘΡΑ
Κοινοποιήστε

Το όραμα του Μαρκ Κάρνεϊ και η αναζήτηση μιας νέας προοδευτικής απάντησης στον 21ο αιώνα

Υπάρχουν εποχές στις οποίες η πολιτική αντιπαράθεση αφορά κυρίως το ποιος θα κυβερνήσει. Και υπάρχουν εποχές στις οποίες το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ βαθύτερο: με ποιους κανόνες θα οργανωθεί η οικονομία και η κοινωνία για τις επόμενες δεκαετίες;

Η σημερινή περίοδος ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.

Η παγκοσμιοποίηση όπως τη γνωρίσαμε μετά το 1990 δοκιμάζεται. Οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται. Η κλιματική κρίση απαιτεί τεράστιες επενδύσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει την εργασία και την παραγωγή. Η κατοικία μετατρέπεται σε ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά ζητήματα των δυτικών κοινωνιών. Και ένα μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης αισθάνεται ότι, παρά την οικονομική ανάπτυξη και την τεχνολογική πρόοδο, η καθημερινή του ασφάλεια υποχωρεί.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πολιτική και οικονομική σκέψη του πρωθυπουργού του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ.

Ο Κάρνεϊ είναι μια ασυνήθιστη περίπτωση πολιτικού ηγέτη. Δεν προέρχεται από την παραδοσιακή κομματική διαδρομή. Υπήρξε κεντρικός τραπεζίτης στον Καναδά και στη Βρετανία, έζησε από το εσωτερικό τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση, ασχολήθηκε διεθνώς με την κλιματική χρηματοδότηση και στη συνέχεια πέρασε στην πρώτη γραμμή της πολιτικής.

Και ακριβώς γι’ αυτό η περίπτωση Κάρνεϊ παρουσιάζει ένα παράδοξο.

Ένας άνθρωπος που γνωρίζει όσο λίγοι τη λειτουργία των αγορών καταλήγει σε μια βαθιά κριτική της κοινωνίας της αγοράς.

Στο βιβλίο του Value(s): Building a Better World for All υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες κοινωνίες πέρασαν σταδιακά από την οικονομία της αγοράς σε κάτι πολύ διαφορετικό: σε κοινωνίες όπου η λογική της αγοράς εισχωρεί σχεδόν παντού και η τιμή κινδυνεύει να γίνει το βασικό μέτρο της αξίας.

Αυτό είναι ίσως το σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσει οποιαδήποτε συζήτηση για έναν πιθανό «τέταρτο δρόμο» προς τον σοσιαλισμό.

Όχι επειδή ο Κάρνεϊ προτείνει την κατάργηση του καπιταλισμού. Δεν την προτείνει.

Ούτε επειδή αυτοπροσδιορίζεται ως θεωρητικός ενός νέου σοσιαλισμού.

Αλλά επειδή η πολιτική του σκέψη επιχειρεί κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον: να επαναφέρει την κοινωνία πάνω από την αγορά χωρίς να καταργήσει την αγορά.


Από τον «Τρίτο Δρόμο» σε έναν τέταρτο δρόμο

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία πέρασε, σχηματικά, από τρεις μεγάλες ιστορικές περιόδους.

Η πρώτη ήταν η κλασική σοσιαλδημοκρατία του 20ού αιώνα: ισχυρό κοινωνικό κράτος, δημόσιες επιχειρήσεις, συλλογικές συμβάσεις, προοδευτική φορολογία και αναδιανομή.

Η δεύτερη ήρθε μετά τις κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. Η Αριστερά βρέθηκε σε άμυνα απέναντι στην απορρύθμιση, στις ιδιωτικοποιήσεις και στην παγκοσμιοποίηση.

Η τρίτη μεγάλη φάση ήταν ο περίφημος «Τρίτος Δρόμος» των δεκαετιών του 1990 και του 2000.

Ο Τόνι Μπλερ στη Βρετανία, ο Μπιλ Κλίντον στις ΗΠΑ και άλλες κεντροαριστερές κυβερνήσεις αποδέχθηκαν μεγάλο μέρος της λειτουργίας των απελευθερωμένων αγορών, επιχειρώντας παράλληλα να χρησιμοποιήσουν την ανάπτυξη που αυτές παρήγαγαν για κοινωνικές πολιτικές.

Η ιστορική συμφωνία ήταν περίπου η εξής:

η αγορά παράγει τον πλούτο και η πολιτική διορθώνει εκ των υστέρων τις ανισότητες.

Για ένα διάστημα το μοντέλο λειτούργησε.

Σήμερα όμως δεν αρκεί.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο η κατανομή του εισοδήματος μετά τη λειτουργία της οικονομίας.

Το πρόβλημα βρίσκεται πλέον μέσα στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο παράγεται και κατανέμεται ο πλούτος.

Ποιος κατέχει την κατοικία;

Ποιος ελέγχει τα δεδομένα;

Ποιος χρηματοδοτεί την πράσινη μετάβαση;

Ποιος αποκομίζει τα κέρδη από την τεχνητή νοημοσύνη;

Ποιος διαθέτει τις κρίσιμες υποδομές;

Ποιος αναλαμβάνει το κόστος μιας οικονομικής ή κλιματικής κρίσης;

Και κυρίως:

ποιος αποφασίζει τι έχει αξία;

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά.

Ο τέταρτος δρόμος δεν μπορεί να περιοριστεί στην αναδιανομή του αποτελέσματος.

Πρέπει να παρέμβει στη διαμόρφωση του αποτελέσματος.


Η μεγάλη ιδέα του Κάρνεϊ: άλλο «τιμή» και άλλο «αξία»

Στον πυρήνα της σκέψης του Κάρνεϊ βρίσκεται μια εξαιρετικά απλή αλλά πολιτικά εκρηκτική διάκριση:

δεν έχει αξία μόνο ό,τι έχει τιμή.

Μια αγορά μπορεί να μας πει πόσο κοστίζει ένα σπίτι.

Δεν μπορεί να μας πει πόσο σημαντικό είναι για μια νέα οικογένεια να μπορεί να αποκτήσει σπίτι.

Μπορεί να τιμολογήσει ένα δάσος ως ξυλεία.

Δεν μπορεί από μόνη της να αποτιμήσει πλήρως τη σημασία του για τις επόμενες γενιές.

Μπορεί να υπολογίσει το κόστος ενός νοσοκομείου.

Δεν μπορεί να αποφασίσει πόσο αξίζει η καθολική πρόσβαση στην υγεία.

Μπορεί να υπολογίσει το κόστος ενός σχολείου.

Δεν μπορεί να μετρήσει ολοκληρωμένα την αξία της ισότητας ευκαιριών.

Αυτή είναι η «κρίση αξιών» για την οποία γράφει ο Κάρνεϊ: όταν η κοινωνία αρχίζει να συγχέει αυτό που έχει αγοραία τιμή με αυτό που έχει κοινωνική αξία.

Και από αυτή τη διάκριση προκύπτει μια διαφορετική αντίληψη για την οικονομία.

Η αγορά δεν εξαφανίζεται.

Αλλά παύει να είναι ο τελικός κριτής.


Επτά αξίες απέναντι στην παντοδυναμία της αγοράς

Η σκέψη του Κάρνεϊ οργανώνεται γύρω από επτά αξίες:

αλληλεγγύη, δικαιοσύνη, ευθύνη, ανθεκτικότητα, βιωσιμότητα, δυναμισμό και ταπεινότητα.

Η επιλογή έχει μεγάλη πολιτική σημασία.

Ο Κάρνεϊ δεν απορρίπτει τον δυναμισμό της αγοράς.

Τον τοποθετεί όμως δίπλα στην αλληλεγγύη.

Δεν απορρίπτει την επιχειρηματικότητα.

Τη συνδέει με την ευθύνη.

Δεν απορρίπτει την ανάπτυξη.

Τη συνδέει με τη βιωσιμότητα.

Δεν απορρίπτει την αποτελεσματικότητα.

Τη συνδέει με την ανθεκτικότητα.

Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τη φιλοσοφική βάση μιας σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας.

Όχι λιγότερη οικονομία. Καλύτερη οικονομία.

Όχι λιγότερη αγορά. Αγορά με κανόνες και σκοπό.

Όχι κράτος εναντίον επιχειρήσεων. Κράτος που κατευθύνει, επενδύει και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η ιδιωτική πρωτοβουλία να υπηρετεί και συλλογικούς στόχους.


Από το κοινωνικό κράτος στο επενδυτικό κράτος

Εδώ ίσως βρίσκεται η μεγαλύτερη μεταβολή σε σχέση με την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία.

Το προοδευτικό κράτος του 21ου αιώνα δεν μπορεί να είναι μόνο το κράτος που φορολογεί και αναδιανέμει.

Πρέπει να γίνει επενδυτής, στρατηγικός σχεδιαστής και δημιουργός νέων αγορών.

Να επενδύει σε:

υποδομές,

ενέργεια,

κατοικία,

ψηφιακά δίκτυα,

τεχνητή νοημοσύνη,

εκπαίδευση,

έρευνα,

δημόσιες μεταφορές,

ανθεκτικότητα των πόλεων.

Η σύγχρονη καναδική στρατηγική είναι χαρακτηριστική. Η κυβέρνηση Κάρνεϊ μιλά για μετάβαση από την οικονομική εξάρτηση στην ανθεκτικότητα, με μεγάλες επενδύσεις, εθνικά έργα, κατοικία και νέες οικονομικές και στρατηγικές συνεργασίες.

Πρόκειται για μια ουσιαστική αλλαγή παραδείγματος.

Το κράτος δεν έρχεται απλώς στο τέλος της διαδικασίας για να μοιράσει επιδόματα.

Βρίσκεται στην αρχή.

Σχεδιάζει.

Χρηματοδοτεί.

Θέτει κανόνες.

Κινητοποιεί ιδιωτικά κεφάλαια.

Δημιουργεί υποδομές.

Και κατευθύνει την οικονομία προς συγκεκριμένους κοινωνικούς στόχους.


Η κατοικία ως κοινωνικό δικαίωμα και παραγωγική πολιτική

Πουθενά ίσως δεν φαίνεται καλύτερα αυτή η νέα αντίληψη από το ζήτημα της κατοικίας.

Η στεγαστική κρίση αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την κοινωνική συνοχή των δυτικών δημοκρατιών.

Όταν ένας νέος εργαζόμενος δεν μπορεί να ζήσει στην πόλη όπου εργάζεται, δεν έχουμε απλώς ένα πρόβλημα αγοράς ακινήτων.

Έχουμε πρόβλημα δημοκρατίας.

Όταν ένα ζευγάρι με δύο μισθούς δεν μπορεί να αποκτήσει σπίτι, διαρρηγνύεται η ίδια η υπόσχεση κοινωνικής κινητικότητας.

Η κυβέρνηση Κάρνεϊ δημιούργησε το Build Canada Homes, έναν νέο ομοσπονδιακό φορέα με στόχο τη μαζική αύξηση της προσφοράς κατοικιών, συμπεριλαμβανομένης κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, σε συνεργασία με επαρχίες, δήμους, κοινότητες και ιδιωτικούς κατασκευαστές.

Αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Δεν πρόκειται μόνο για επίδομα ενοικίου.

Ούτε μόνο για φορολογικές διευκολύνσεις.

Είναι παρέμβαση στην ίδια την προσφορά ενός θεμελιώδους αγαθού.

Τον Απρίλιο του 2026 ο ίδιος ο Κάρνεϊ περιέγραψε την κατοικία ως θεμέλιο μιας καλής ζωής και συνέδεσε την οικοδόμηση νέων κατοικιών με καλές θέσεις εργασίας, βιωσιμότητα, εγχώρια παραγωγή και κοινωνική συνοχή.

Εδώ αρχίζει να διακρίνεται καθαρά ο τέταρτος δρόμος.

Η κοινωνική πολιτική γίνεται ταυτόχρονα αναπτυξιακή πολιτική.


Η νέα λέξη της προοδευτικής πολιτικής: affordability

Για δεκαετίες η Αριστερά μιλούσε κυρίως για ανισότητα.

Το ζήτημα παραμένει θεμελιώδες.

Όμως ο σημερινός πολίτης βιώνει την οικονομία μέσα από κάτι πιο άμεσο:

Μπορώ να πληρώσω τη ζωή μου;

Το ενοίκιο.

Το στεγαστικό δάνειο.

Το σούπερ μάρκετ.

Την ενέργεια.

Τη μετακίνηση.

Τη φροντίδα των παιδιών.

Την υγεία.

Αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό ζήτημα της affordability, της οικονομικής προσιτότητας της καθημερινής ζωής.

Η κυβέρνηση Κάρνεϊ έχει τοποθετήσει ακριβώς αυτό στο κέντρο της πολιτικής της, συνδυάζοντας μακροπρόθεσμες επενδύσεις με άμεσες παρεμβάσεις για το κόστος ζωής και φορολογικές ελαφρύνσεις για τη μεσαία τάξη.

Και εδώ υπάρχει ένα μάθημα για ολόκληρη την ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά.

Ο πολίτης δεν ψηφίζει βάσει οικονομικών δεικτών.

Ψηφίζει βάσει της ζωής του.

Μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά του;

Μπορεί να νοικιάσει αξιοπρεπές σπίτι;

Μπορεί να αποταμιεύσει;

Μπορεί να αντιμετωπίσει μια έκτακτη ανάγκη;

Πιστεύει ότι τα παιδιά του θα ζήσουν καλύτερα;

Η προοδευτική πολιτική πρέπει να ξαναγίνει πολιτική της καθημερινής ασφάλειας.


Ανθεκτικότητα: η νέα κοινωνική ασφάλεια

Υπάρχει όμως και μία ακόμη έννοια που αποκτά κεντρικό ρόλο:

resilience – ανθεκτικότητα.

Οι κοινωνίες του 20ού αιώνα οικοδόμησαν το κοινωνικό κράτος για να προστατεύσουν τον άνθρωπο από την ανεργία, την ασθένεια και τη φτώχεια.

Οι κοινωνίες του 21ου αιώνα πρέπει να προστατεύσουν τον πολίτη και από νέους συστημικούς κινδύνους:

ενεργειακές κρίσεις,

πανδημίες,

κλιματικά φαινόμενα,

κυβερνοεπιθέσεις,

διακοπές εφοδιαστικών αλυσίδων,

γεωπολιτικούς εκβιασμούς,

τεχνολογικές ανατροπές.

Η ανθεκτικότητα επομένως δεν είναι τεχνικός όρος.

Είναι κοινωνικό αγαθό.

Μια χώρα που εξαρτάται ολοκληρωτικά από τρίτους για την ενέργεια, την τεχνολογία, τις κρίσιμες υποδομές ή βασικά αγαθά μπορεί να είναι οικονομικά αποτελεσματική σε φυσιολογικές συνθήκες.

Δεν είναι όμως ασφαλής.

Ο τέταρτος δρόμος συνεπώς δεν αναζητά απλώς το φθηνότερο προϊόν.

Ρωτά και κάτι ακόμη:

πόσο ασφαλές είναι το σύστημα που το παράγει;


Πράσινη μετάβαση χωρίς κοινωνική εγκατάλειψη

Το ίδιο ισχύει για την κλιματική μετάβαση.

Η παραδοσιακή περιβαλλοντική πολιτική αντιμετώπιζε συχνά την κλιματική αλλαγή ως περιορισμό.

Ο Κάρνεϊ την αντιμετωπίζει περισσότερο ως οικονομικό μετασχηματισμό.

Η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών απαιτεί τεράστια κεφάλαια.

Αλλά αυτά τα κεφάλαια μπορούν να δημιουργήσουν:

νέες βιομηχανίες,

νέες υποδομές,

νέες τεχνολογίες,

νέες θέσεις εργασίας.

Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι αν θα υπάρξει πράσινη μετάβαση.

Είναι:

ποιος θα πληρώσει και ποιος θα κερδίσει από αυτήν;

Μια προοδευτική πράσινη πολιτική πρέπει να διασφαλίζει ότι ο εργαζόμενος, η οικογένεια και η μικρή επιχείρηση δεν θα πληρώσουν δυσανάλογα το κόστος.

Η πράσινη μετάβαση χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να προκαλέσει πολιτική αντίδραση.

Η πράσινη μετάβαση όμως με επενδύσεις, φθηνότερη ενέργεια και νέες δουλειές μπορεί να αποτελέσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.


Και μετά ήρθε η τεχνητή νοημοσύνη

Εδώ ο τέταρτος δρόμος θα πρέπει να πάει ακόμη πιο μακριά από τη σημερινή πολιτική του Κάρνεϊ.

Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί ένα ερώτημα που η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να αποφύγει.

Εάν η παραγωγικότητα αυξηθεί θεαματικά χάρη στην ΑΙ, σε ποιον θα ανήκει το όφελος;

Μόνο στους μετόχους των εταιρειών;

Ή και στους εργαζομένους;

Θα μεταφραστεί σε μεγαλύτερα κέρδη;

Ή και σε υψηλότερους μισθούς, μικρότερο χρόνο εργασίας, καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες;

Τα δεδομένα των πολιτών θα αποτελέσουν αποκλειστικά πρώτη ύλη ιδιωτικών επιχειρήσεων;

Ή θα αντιμετωπιστούν και ως συλλογικός πόρος;

Αυτά είναι κατεξοχήν ερωτήματα μιας νέας σοσιαλδημοκρατίας.


Η επιστροφή του δημοκρατικού κράτους

Ο τέταρτος δρόμος δεν μπορεί επομένως να είναι επιστροφή στον κρατισμό του 1970.

Αλλά ούτε μπορεί να συνεχίσει την αντίληψη ότι το κράτος πρέπει απλώς να αποσύρεται για να δημιουργεί χώρο στην αγορά.

Χρειαζόμαστε ένα ικανό δημοκρατικό κράτος.

Ένα κράτος που ξέρει να συνεργάζεται με την αγορά χωρίς να αιχμαλωτίζεται από αυτήν.

Που χρησιμοποιεί τα δεδομένα.

Που αξιολογεί πολιτικές.

Που επενδύει.

Που σχεδιάζει μακροπρόθεσμα.

Που προστατεύει τον ανταγωνισμό.

Που εμποδίζει τα μονοπώλια.

Που εξασφαλίζει καθολική πρόσβαση στα βασικά αγαθά.

Και κυρίως ένα κράτος που μπορεί να λέει στην αγορά:

μέχρι εδώ αποφασίζει η τιμή· από εδώ και πέρα αποφασίζει η κοινωνία.


Η πόλη ως εργαστήριο του τέταρτου δρόμου

Υπάρχει όμως μια διάσταση που συχνά απουσιάζει από τις μεγάλες θεωρητικές συζητήσεις.

Ο τέταρτος δρόμος μπορεί να εφαρμοστεί πρώτα στις πόλεις.

Εκεί συγκεντρώνονται σήμερα σχεδόν όλες οι μεγάλες προκλήσεις:

κατοικία,

ενέργεια,

μετακινήσεις,

κλιματική προσαρμογή,

ψηφιακές υπηρεσίες,

κοινωνική πολιτική,

δημόσιος χώρος,

κυκλική οικονομία.

Ένας σύγχρονος δήμος δεν πρέπει να είναι απλώς μηχανισμός καθαριότητας και έκδοσης πιστοποιητικών.

Μπορεί να γίνει τοπικό αναπτυξιακό κράτος.

Να δημιουργεί προσιτή κατοικία.

Να επενδύει στην ενεργειακή μετάβαση.

Να αξιοποιεί δημοτική περιουσία.

Να δημιουργεί ψηφιακές δημόσιες υποδομές.

Να χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για καλύτερες υπηρεσίες.

Να παράγει ανοικτά δεδομένα.

Να ενισχύει την κοινωνική οικονομία.

Να σχεδιάζει δημόσιες μεταφορές και βιώσιμη κινητικότητα.

Να δημιουργεί μηχανισμούς προστασίας απέναντι στην κλιματική κρίση.

Η πόλη μπορεί να γίνει το εργαστήριο μιας νέας προοδευτικής διακυβέρνησης.


Είναι λοιπόν ο Μαρκ Κάρνεϊ σοσιαλιστής;

Με την κλασική έννοια, όχι.

Και θα ήταν λάθος να του αποδώσουμε έναν πολιτικό αυτοπροσδιορισμό που δεν αποτελεί δική του διακήρυξη.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού.

Η σκέψη του Κάρνεϊ αποδέχεται την αγορά αλλά απορρίπτει την ηθική κυριαρχία της αγοράς.

Αποδέχεται το κεφάλαιο αλλά ζητά να υπηρετεί σκοπούς.

Αποδέχεται την επιχειρηματικότητα αλλά θεωρεί ότι η κοινωνία πρέπει να καθορίζει τους κανόνες.

Αποδέχεται την ανάπτυξη αλλά απαιτεί βιωσιμότητα.

Αποδέχεται την παγκοσμιοποίηση αλλά επαναφέρει την ανθεκτικότητα και την οικονομική ασφάλεια.

Αποδέχεται τη δημοσιονομική πειθαρχία αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζει μεγάλης κλίμακας στρατηγικές επενδύσεις.

Αυτή ακριβώς η σύνθεση κάνει την περίπτωση Κάρνεϊ ενδιαφέρουσα για τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία.


Ο τέταρτος δρόμος

Εάν θέλαμε λοιπόν να περιγράψουμε έναν τέταρτο δρόμο προς τον σοσιαλισμό, θα μπορούσαμε να τον συμπυκνώσουμε σε δέκα αρχές:

Πρώτον: η οικονομία υπηρετεί την κοινωνία και όχι το αντίστροφο.

Δεύτερον: η αγορά είναι εξαιρετικό εργαλείο κατανομής πόρων αλλά ανεπαρκής μηχανισμός καθορισμού κοινωνικών αξιών.

Τρίτον: το κράτος δεν περιορίζεται στην αναδιανομή· επενδύει και διαμορφώνει αγορές.

Τέταρτον: η κατοικία, η υγεία, η παιδεία, η ενέργεια και η ψηφιακή πρόσβαση αποτελούν βασικές υποδομές κοινωνικής ελευθερίας.

Πέμπτον: η πράσινη μετάβαση πρέπει να δημιουργεί κοινωνικό μέρισμα.

Έκτον: η τεχνολογική πρόοδος και η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να αυξάνουν όχι μόνο την παραγωγικότητα του κεφαλαίου αλλά και την ποιότητα ζωής των εργαζομένων.

Έβδομον: η ανθεκτικότητα αποτελεί εξίσου σημαντικό οικονομικό στόχο με την αποτελεσματικότητα.

Όγδοον: η προσιτότητα της καθημερινής ζωής πρέπει να γίνει βασικό κριτήριο επιτυχίας μιας κυβέρνησης.

Ένατον: οι πόλεις και η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να αποτελέσουν πρωταγωνιστές του νέου κοινωνικού συμβολαίου.

Δέκατον: η δημοκρατία πρέπει να ξανακερδίσει την ικανότητα να καθορίζει το μέλλον απέναντι στις αγορές, στα μονοπώλια και στις τεχνολογικές πλατφόρμες.


Από το «πόσο κοστίζει;» στο «πόσο αξίζει;»

Ίσως τελικά εδώ βρίσκεται ο πυρήνας ολόκληρης της συζήτησης.

Ο νεοφιλελευθερισμός μάς έμαθε να ρωτάμε:

πόσο κοστίζει;

Η νέα προοδευτική πολιτική πρέπει να προσθέσει μια δεύτερη ερώτηση:

πόσο αξίζει;

Πόσο αξίζει μια κοινωνία όπου ένας νέος μπορεί να αποκτήσει σπίτι;

Πόσο αξίζει μια πόλη στην οποία μπορείς να αναπνεύσεις;

Πόσο αξίζει ένα δημόσιο σχολείο που δίνει πραγματικά ίσες ευκαιρίες;

Πόσο αξίζει η ασφάλεια απέναντι στην κλιματική κρίση;

Πόσο αξίζει η αξιοπρεπής εργασία;

Πόσο αξίζει η εμπιστοσύνη στους θεσμούς;

Πόσο αξίζει τελικά η ίδια η κοινωνική συνοχή;

Αυτά δεν είναι ερωτήματα που μπορεί να απαντήσει ένα χρηματιστήριο.

Είναι πολιτικά ερωτήματα.

Και πρέπει να απαντηθούν δημοκρατικά.

Ο τέταρτος δρόμος επομένως δεν χρειάζεται να είναι επιστροφή στο παρελθόν.

Μπορεί να είναι μια νέα σύνθεση.

Αγορά χωρίς κοινωνία οδηγεί στην ανασφάλεια.

Κράτος χωρίς δυναμισμό οδηγεί στη στασιμότητα.

Ανάπτυξη χωρίς δικαιοσύνη οδηγεί στη διάρρηξη της κοινωνίας.

Πράσινη μετάβαση χωρίς κοινωνικό σχέδιο οδηγεί στην αντίδραση.

Τεχνολογία χωρίς δημοκρατικούς κανόνες οδηγεί σε νέες συγκεντρώσεις εξουσίας.

Η πρόκληση λοιπόν δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στο κράτος και στην αγορά.

Είναι να ξαναβάλουμε τη δημοκρατία πάνω και από τα δύο.

Αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο μήνυμα που μπορούμε να αντλήσουμε από το έργο και την πολιτική εμπειρία του Μαρκ Κάρνεϊ.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η αφετηρία για έναν πραγματικά σύγχρονο τέταρτο δρόμο:

μια οικονομία δυναμική αλλά όχι ανεξέλεγκτη, ένα κράτος ισχυρό αλλά όχι γραφειοκρατικό, μια πράσινη μετάβαση που δεν αφήνει κανέναν πίσω, μια τεχνολογία που υπηρετεί τον άνθρωπο και μια κοινωνία που θυμάται ότι υπάρχουν πράγματα των οποίων την τιμή μπορούμε να υπολογίσουμε — αλλά την αξία τους μόνο συλλογικά μπορούμε να αποφασίσουμε.

Γιατί ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, εάν θέλει να αποκτήσει ξανά πλειοψηφική δύναμη, δεν αρκεί να υποσχεθεί καλύτερη αναδιανομή του πλούτου.

Πρέπει να απαντήσει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο:

τι είδους ζωή θέλουμε και μπορούμε να ζήσουμε όλοι μαζί ειρηνικά;

Προηγούμενο Άρθρο

Τροχαίο με τρία μηχανάκια στα Καμένα Βούρλα – Στο νοσοκομείο 4 άτομα, δύο ανήλικοι

Επόμενο Άρθρο

Αρναούτογλου για δίκη της Meta: Ποιος βάζει τα όρια όταν απέναντι στις πλατφόρμες βρίσκονται παιδιά;

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Συνέντευξη: Στέφανος Ξεκαλάκης – “Το ΠΑΣΟΚ, διαχρονικά, πίστευε στην εξέλιξη”

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΣυνέντευξη παραχώρησε στο The Socialist και τον Μπάμπη Καραγεωργίου ο Στέφανος Ξεκαλάκης, μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής και […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *