Το άλμα 31,6% στις πτωχεύσεις, η 2η θέση στην Ευρώπη και η σκληρή πραγματικότητα πίσω από τους αριθμούς
Το καμπανάκι του κινδύνου ήχησε δυνατά στα γραφεία των επιχειρηματικών ενώσεων με τη δημοσιοποίηση των τελευταίων στοιχείων της Eurostat.
Η Ελλάδα κατέγραψε άλμα +31,6% στις πτωχεύσεις επιχειρήσεων σε τριμηνιαία βάση, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη υψηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινήθηκε με συγκρατημένο ρυθμό στο +5,7%.
Το ερώτημα που πλανάται πλέον στην αγορά είναι αναπόφευκτο: ξεκίνησε ένα νέο ντόμινο λουκέτων και απλήρωτων επιταγών ή απλώς παρακολουθούμε το καθυστερημένο ξεκαθάρισμα μιας αγοράς που συσσώρευε προβλήματα επί χρόνια;
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση, μακριά από τον εύκολο πανικό αλλά εξίσου μακριά από τον εφησυχασμό.
Σε στατιστικό επίπεδο, η εντυπωσιακή ποσοστιαία άνοδος εξηγείται εν μέρει από τη χαμηλή βάση εκκίνησης. Η Ελλάδα ιστορικά κατέγραφε ελάχιστες τυπικές πτωχεύσεις στα δικαστήρια, καθώς οι προβληματικές επιχειρήσεις απλώς αδρανούσαν για χρόνια χωρίς επίσημη εκκαθάριση.
Σήμερα, η πλήρης ενεργοποίηση του νέου πτωχευτικού κώδικα και οι πιέσεις από τράπεζες, servicers και ΑΑΔΕ επιταχύνουν τις διαδικασίες για εταιρείες-φαντάσματα που παρέμεναν «ζόμπι» στα χαρτιά.
Πίσω όμως από τα λογιστικά ξεκαθαρίσματα, η πίεση στην πραγματική οικονομία είναι αδιαμφισβήτητη. Τα διατηρούμενα υψηλά επιτόκια δανεισμού έχουν στραγγίξει τη ρευστότητα, καθιστώντας απαγορευτική την αναχρηματοδότηση για όσους δεν διαθέτουν τραπεζικό προφίλ.
Παράλληλα, το εκρηκτικό κοκτέιλ του λειτουργικού κόστους —ενέργεια, ενοίκια, πρώτες ύλες και μισθολογικές αυξήσεις— συμπιέζει ασφυκτικά τα περιθώρια κέρδους.
Όσες επιχειρήσεις δεν διαθέτουν την τιμολογιακή δύναμη να μετακυλίσουν τα κόστη στον τελικό καταναλωτή, οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια σε ταμειακό αδιέξοδο.
Σε αυτό το περιβάλλον προστίθεται και το τέλος της άτυπης ρευστότητας. Η ψηφιακή συμμόρφωση μέσω του myDATA, η καθολική διασύνδεση των POS και τα ψηφιακά δελτία αποστολής έχουν περιορίσει δραστικά τη δυνατότητα απόκρυψης εσόδων ή μετάθεσης φορολογικών υποχρεώσεων, αφαιρώντας το παραδοσιακό «μαξιλάρι» επιβίωσης των πιο ευάλωτων επαγγελματιών.
Το ενδιαφέρον παράδοξο είναι ότι η αγορά δεν καταρρέει συνολικά, αλλά αναδιαρθρώνεται βίαια. Την ίδια στιγμή που οι πτωχεύσεις εκτοξεύονται, οι εγγραφές νέων επιχειρήσεων παραμένουν οριακά θετικές (+0,7%), με κλάδους όπως η μεταποίηση και τα logistics να καταγράφουν ισχυρή δυναμική.
Αντίθετα, στο παραδοσιακό λιανεμπόριο και την εστίαση επικρατεί το μοτίβο της εύκολης εισόδου και της ταχείας εξόδου, με δεκάδες επιχειρήσεις να μην αντέχουν πέρα από την πρώτη διετία.
Δεν βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε ένα γενικευμένο κραχ του παραγωγικού ιστού, αλλά μπροστά σε μια σκληρή διαδικασία οικονομικού διαχωρισμού. Η αγορά κόβεται οριστικά στα δύο: από τη μία πλευρά οι κεφαλαιοποιημένες, εξωστρεφείς και ψηφιοποιημένες μονάδες, και από την άλλη χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις που εξαρτώνται αποκλειστικά από την εγχώρια κατανάλωση και παλεύουν καθημερινά με τα συσσωρευμένα βάρη του παρελθόντος. Για τις τελευταίες, ο χρόνος δείχνει να εξαντλείται.



