Το ομοσπονδιακό χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται πλέον μια ανάσα από τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, στις 12 Αυγούστου 2026 το συνολικό χρέος ανερχόταν σε περίπου 39,9 τρισ. δολάρια, όταν στο τέλος του 2025 ήταν 37,6 τρισ. δολάρια.
Το μέγεθος προκαλεί ίλιγγο. Και δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου να συσσωρεύει τέτοιο χρέος χωρίς να αντιμετωπίζει μια κρίση αντίστοιχη με εκείνες που έχουμε γνωρίσει στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ελλάδα;
Η απάντηση κρύβει ένα σημαντικό οικονομικό και πολιτικό δίδαγμα: δεν υπάρχει ένα μαγικό ποσοστό χρέους πάνω από το οποίο μια χώρα χρεοκοπεί.
Δεν είναι όλα τα «40 τρισ.» ίδια
Πρώτα χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση.
Τα 40 τρισ. αφορούν το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος. Ένα μέρος του αποτελείται από υποχρεώσεις μεταξύ διαφορετικών φορέων της ίδιας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Το οικονομικά πιο κρίσιμο μέγεθος είναι το χρέος που βρίσκεται στα χέρια του κοινού και των επενδυτών – debt held by the public.
Αυτό βρίσκεται περίπου στα 32 τρισ. δολάρια.
Το Congressional Budget Office εκτιμά ότι το συγκεκριμένο χρέος θα βρίσκεται το 2026 περίπου στο 101% του αμερικανικού ΑΕΠ και, εάν δεν αλλάξει ουσιαστικά η δημοσιονομική πολιτική, θα φτάσει περίπου στο 120% το 2036.
Ακόμη κι έτσι, πρόκειται για εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Γιατί λοιπόν δεν υπάρχει κρίση;
Το μεγάλο προνόμιο του δολαρίου
Η πρώτη απάντηση είναι απλή: οι Ηνωμένες Πολιτείες χρωστούν στο νόμισμα που οι ίδιες εκδίδουν.
Εδώ βρίσκεται μια θεμελιώδης διαφορά από την ελληνική κρίση χρέους.
Η Ελλάδα είχε δημόσιο χρέος σε ευρώ, αλλά δεν είχε δικό της νόμισμα ούτε δική της κεντρική τράπεζα με δυνατότητα ανεξάρτητης έκδοσης ευρώ. Όταν οι αγορές αρνήθηκαν να την αναχρηματοδοτήσουν με βιώσιμα επιτόκια, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με πραγματικό κίνδυνο αδυναμίας πληρωμών.
Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε εντελώς διαφορετική θέση.
Το αμερικανικό κράτος εκδίδει ομόλογα σε δολάρια και η Federal Reserve αποτελεί τον εκδότη του δολαρίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να δημιουργείται χρήμα χωρίς συνέπειες. Μια τέτοια πολιτική μπορεί να οδηγήσει σε πληθωρισμό, υποτίμηση του νομίσματος και απώλεια εμπιστοσύνης.
Σημαίνει όμως ότι μια αμερικανική κρίση χρέους είναι πολύ πιθανότερο να εκδηλωθεί διαφορετικά από μια ελληνικού τύπου κρίση.
Ταυτόχρονα, το αμερικανικό χρέος είναι το καταφύγιο του κόσμου
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη μεγαλύτερο αμερικανικό πλεονέκτημα.
Το δολάριο παραμένει το σημαντικότερο διεθνές αποθεματικό νόμισμα και τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα αποτελούν θεμελιώδες περιουσιακό στοιχείο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Κεντρικές τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, συνταξιοδοτικά ταμεία, εμπορικές τράπεζες και επενδυτικά funds χρειάζονται αμερικανικά κρατικά ομόλογα.
Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο.
Σε πολλές διεθνείς κρίσεις, οι επενδυτές αναζητούν ασφάλεια αγοράζοντας αμερικανικά ομόλογα.
Δηλαδή, όταν ο κόσμος φοβάται, συχνά δανείζει περισσότερο την Αμερική.
Αυτό είναι ένα προνόμιο που ελάχιστες χώρες στην οικονομική ιστορία έχουν απολαύσει σε τέτοια κλίμακα.
Το χρέος δεν προκαλεί από μόνο του κρίση
Η περίπτωση των ΗΠΑ αποδεικνύει γιατί το περίφημο ποσοστό «χρέος προς ΑΕΠ» δεν αρκεί για να κρίνουμε εάν μια οικονομία βρίσκεται κοντά στη χρεοκοπία.
Έχουν σημασία τουλάχιστον τέσσερα ακόμη μεγέθη:
Σε ποιο νόμισμα είναι το χρέος. Ποιος κατέχει το χρέος. Με ποιο επιτόκιο αναχρηματοδοτείται. Και με ποιον ρυθμό αναπτύσσεται η οικονομία.
Μια οικονομία που αναπτύσσεται γρήγορα μπορεί να αντέξει ένα πολύ μεγαλύτερο ονομαστικό χρέος. Αντίθετα, μια στάσιμη οικονομία που δανείζεται ακριβά σε ένα νόμισμα το οποίο δεν ελέγχει μπορεί να αντιμετωπίσει κρίση ακόμη και με μικρότερο χρέος.
Γι’ αυτό η Ελλάδα με χρέος κοντά στο 120% του ΑΕΠ μπορούσε να βρίσκεται το 2010 σε πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο από ό,τι οι ΗΠΑ με αντίστοιχη αναλογία.
Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στους τόκους
Όλα αυτά, όμως, δεν σημαίνουν ότι τα 40 τρισ. είναι αδιάφορα.
Το αντίθετο.
Το πραγματικό προειδοποιητικό σήμα δεν είναι τόσο το απόλυτο ύψος του χρέους όσο το κόστος εξυπηρέτησής του.
Το CBO προβλέπει ότι οι καθαρές δαπάνες για τόκους θα αυξηθούν από περίπου 3,3% του ΑΕΠ το 2026 σε 4,6% το 2036. Παράλληλα, το δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται να παραμείνει τεράστιο και να αυξηθεί από περίπου 5,8% του ΑΕΠ το 2026 σε 6,7% το 2036.
Ήδη, στους πρώτους δέκα μήνες του οικονομικού έτους 2026, το ομοσπονδιακό έλλειμμα έφθασε περίπου τα 1,8 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με το CBO.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική απειλή.
Όσο περισσότερο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών εσόδων πρέπει να κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση παλαιότερου χρέους. Λιγότεροι πόροι απομένουν για υποδομές, κοινωνική πολιτική, παιδεία, άμυνα ή επενδύσεις.
Και εάν η κυβέρνηση καλύπτει αυτή τη διαφορά με νέο δανεισμό, δημιουργείται ένας μηχανισμός αυτοτροφοδότησης:
έλλειμμα → νέο χρέος → περισσότεροι τόκοι → μεγαλύτερες χρηματοδοτικές ανάγκες → περισσότερο χρέος.

Πότε λοιπόν θα μπορούσε να ξεκινήσει μια πραγματική κρίση;
Όχι όταν το κοντέρ γράψει 40 τρισ. Ούτε αυτομάτως όταν το χρέος ξεπεράσει το 120% του ΑΕΠ.
Η πραγματική κόκκινη γραμμή βρίσκεται αλλού.
Μια κρίση θα μπορούσε να αρχίσει εάν οι επενδυτές πάψουν να θεωρούν τα αμερικανικά ομόλογα σχεδόν αυτονόητα ασφαλή και απαιτήσουν πολύ υψηλότερες αποδόσεις για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την Ουάσιγκτον.
Τότε δημιουργείται ένας επικίνδυνος φαύλος κύκλος.
Υψηλότερες αποδόσεις σημαίνουν ακριβότερη αναχρηματοδότηση. Ακριβότερη αναχρηματοδότηση σημαίνει μεγαλύτερες δαπάνες τόκων. Μεγαλύτεροι τόκοι σημαίνουν μεγαλύτερα ελλείμματα και νέο χρέος.
Η κρίση, επομένως, είναι πρωτίστως κρίση εμπιστοσύνης.
Η Αμερική έχει χρόνο. Δεν έχει απεριόριστο χρόνο.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα από το ορόσημο των 40 τρισ. δολαρίων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν πλεονεκτήματα που καμία σχεδόν άλλη οικονομία δεν διαθέτει ταυτόχρονα: το ισχυρότερο διεθνές νόμισμα, τεράστιες και βαθιές κεφαλαιαγορές, μια εξαιρετικά μεγάλη παραγωγική και φορολογική βάση και μια παγκόσμια ζήτηση για το δημόσιο χρέος τους.
Γι’ αυτό μπορούν να αντέξουν επίπεδα χρέους που για μικρότερες οικονομίες θα μπορούσαν να είναι καταστροφικά.
Όμως κανένα από αυτά τα πλεονεκτήματα δεν καταργεί την αριθμητική.
Μια χώρα μπορεί για πολλά χρόνια να δανείζεται περισσότερο από όσο παράγει σε πρόσθετα δημόσια έσοδα. Δεν μπορεί όμως να θεωρεί δεδομένο ότι το κόστος αυτού του δανεισμού θα παραμένει για πάντα διαχειρίσιμο.
Τα 40 τρισ. δολάρια, λοιπόν, δεν σηματοδοτούν την έναρξη μιας αμερικανικής κρίσης χρέους.
Αποτελούν όμως μια ισχυρή υπενθύμιση ότι ακόμη και για την ισχυρότερη οικονομία του πλανήτη υπάρχει ένα όριο που δεν αποτυπώνεται σε ένα συγκεκριμένο ποσοστό του ΑΕΠ.
Είναι το όριο της εμπιστοσύνης.
Και στην οικονομία, όπως και στην πολιτική, η εμπιστοσύνη μπορεί να χτίζεται επί δεκαετίες — αλλά να χαθεί πολύ γρηγορότερα.



