Τα στοιχεία της Eurostat για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2025 αποτυπώνουν μια διπλή πραγματικότητα για την Ελλάδα. Από τη μία πλευρά, η χώρα έχει σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο στην ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο εγχώριο μίγμα, με την ηλιακή και την αιολική ενέργεια να διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Από την άλλη πλευρά, η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, κατατάσσοντας την Ελλάδα ανάμεσα στα κράτη-μέλη με το μεγαλύτερο ποσοστό χρήσης τους για την παραγωγή ρεύματος.
Σύμφωνα με τα δεδομένα, τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθούν να καλύπτουν περισσότερο από το μισό της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, ξεπερνώντας το 50%. Το ποσοστό αυτό βρίσκεται αισθητά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώνεται κοντά στο 33%. Η εικόνα αυτή τοποθετεί τη χώρα στην τέταρτη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, πίσω μόνο από τη Μάλτα, την Κύπρο και την Πολωνία.
Στον αντίποδα, η παρουσία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι πλέον καταλυτική. Η ηλιακή ενέργεια αποτελεί τον ισχυρότερο πυλώνα των πράσινων πηγών στη χώρα, καλύπτοντας περίπου το 23% της παραγωγής, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Παράλληλα, η αιολική ενέργεια συνεισφέρει γύρω στο 17%, ενώ τα υδροηλεκτρικά έργα καλύπτουν ένα επιπλέον 7% και τα βιοκαύσιμα ένα μικρό ποσοστό κοντά στο 2%. Όπως είναι αναμενόμενο, η πυρηνική ενέργεια απουσιάζει πλήρως από το ελληνικό μίγμα, σε αντίθεση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου καλύπτει σημαντικό μέρος των αναγκών.
Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης. Αν και το ηλιακό και αιολικό δυναμικό της Ελλάδας αξιοποιείται όλο και περισσότερο, η οριστική απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα και η ενίσχυση των υποδομών αποθήκευσης ενέργειας παραμένουν κρίσιμοι στόχοι ώστε η χώρα να πλησιάσει τους ευρωπαϊκούς κλιματικούς στόχους.



