Μπορεί η πράσινη μετάβαση να ξαναγίνει βιομηχανική πολιτική;
Η πρόταση της Magdalena Andersson, τα μαθήματα των Northvolt και Stegra και το ελληνικό ερώτημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Δέκα ημέρες πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου, η Magdalena Andersson επιχειρεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο συζητείται η πράσινη μετάβαση. Η πρόεδρος των Σουηδών Σοσιαλδημοκρατών δεν την παρουσιάζει μόνο ως περιβαλλοντική υποχρέωση ή ως πρόγραμμα περιορισμού των εκπομπών. Τη μετατρέπει σε πρόταση πράσινης επανεκβιομηχάνισης.
Σε συνέντευξή της στους Financial Times, η Andersson δηλώνει ότι μια νέα κεντροαριστερή κυβέρνηση θα στείλει προς τις διεθνείς αγορές το μήνυμα πως η Σουηδία επέστρεψε και είναι ανοιχτή στις επιχειρήσεις. Ο στόχος είναι η χώρα να αξιοποιήσει το μεγάλο ενεργειακό της πλεονέκτημα, κυρίως την πλεονάζουσα υδροηλεκτρική ενέργεια στον βορρά, για να προσελκύσει νέες βιομηχανικές επενδύσεις.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η παραγωγή χάλυβα με ελάχιστες ή μηδενικές εκπομπές, η αξιοποίηση των ορυκτών πόρων με καθαρότερες τεχνολογίες, η παραγωγή πράσινου υδρογόνου και η δημιουργία μιας νέας βιομηχανικής αλυσίδας γύρω από την άφθονη και φθηνή ηλεκτρική ενέργεια.
Από την κλιματική πολιτική στην παραγωγή
Η διαφορά δεν είναι μόνο λεκτική. Για πολλά χρόνια η πράσινη μετάβαση παρουσιάστηκε στην Ευρώπη κυρίως ως ένα σύνολο απαγορεύσεων, στόχων και νέων υποχρεώσεων: μείωση εκπομπών, ακριβότερα ορυκτά καύσιμα, αλλαγή οχημάτων, ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων.
Όλα αυτά είναι αναγκαία. Όταν όμως η πολιτική εξαντλείται στο τι πρέπει να περιοριστεί ή να πληρώσει ο πολίτης, η πράσινη μετάβαση αρχίζει να γίνεται αντιληπτή ως ακόμη ένα κόστος.
Η Andersson επιχειρεί να αντιστρέψει αυτή την εικόνα. Το βασικό της μήνυμα είναι ότι η καθαρή ενέργεια μπορεί να αποτελέσει παραγωγικό πλεονέκτημα: να φέρει εργοστάσια, εξαγωγές, τεχνογνωσία και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Η πράσινη πολιτική, με άλλα λόγια, δεν πρέπει να απαντά μόνο στο ερώτημα «πόσο διοξείδιο του άνθρακα θα μειώσουμε;». Πρέπει να απαντά και στο «τι θα παράγουμε, πού θα το παράγουμε και ποιος θα ωφεληθεί από τη νέα οικονομία;».
Το μάθημα της Northvolt
Η σουηδική επανεκκίνηση δεν γίνεται σε εύκολο έδαφος. Έρχεται μετά την κατάρρευση της Northvolt, της εταιρείας που είχε παρουσιαστεί ως η μεγάλη ευρωπαϊκή απάντηση στην κινεζική κυριαρχία στις μπαταρίες.
Η Northvolt προσέλκυσε κεφάλαια δισεκατομμυρίων και συνδέθηκε με μεγάλες προσδοκίες για τη βιομηχανική αναγέννηση της βόρειας Σουηδίας, αλλά τελικά κατέρρευσε έπειτα από καθυστερήσεις, τεχνικά προβλήματα, υψηλό κόστος και αδυναμία να αυξήσει την παραγωγή της στον απαιτούμενο ρυθμό.
Η χρεοκοπία της δεν αποτελεί επιχείρημα εναντίον της πράσινης βιομηχανίας. Αποτελεί, όμως, προειδοποίηση εναντίον μιας βιομηχανικής πολιτικής που βασίζεται μόνο σε φθηνή χρηματοδότηση, επιδοτήσεις και φιλόδοξες ανακοινώσεις.
Μια επένδυση δεν γίνεται βιώσιμη επειδή χαρακτηρίζεται «πράσινη». Χρειάζεται ώριμη τεχνολογία, ικανή διοίκηση, σταθερή ζήτηση, επαρκές δίκτυο ενέργειας, πρόσβαση σε πρώτες ύλες και αυστηρή αξιολόγηση της πραγματικής της προόδου.
Η Stegra και ο ρόλος του κράτους
Ανάλογες δυσκολίες αντιμετώπισε και η Stegra, η εταιρεία που κατασκευάζει στο Boden μονάδα παραγωγής χάλυβα με βάση το πράσινο υδρογόνο.
Εδώ χρειάζεται μία κρίσιμη διευκρίνιση: η διάσωση της εταιρείας δεν ήταν απλώς μια κρατική χρηματοδότηση. Τον Ιούνιο ολοκληρώθηκε νέος γύρος χρηματοδότησης €1,4 δισ., υπό την ηγεσία κοινοπραξίας της Wallenberg Investments, με τη συμμετοχή υφιστάμενων και νέων ιδιωτών επενδυτών. Παράλληλα, εξακολουθούν να υφίστανται ήδη συμφωνημένες διευκολύνσεις από το σουηδικό Γραφείο Δημοσίου Χρέους και τη δημόσια αναπτυξιακή τράπεζα SEK, καθώς και ευρωπαϊκή και κρατική στήριξη.
Το παράδειγμα δείχνει ότι η σοβαρή βιομηχανική πολιτική δεν σημαίνει ότι το κράτος πληρώνει απλώς κάθε προβληματικό επενδυτικό σχέδιο. Σημαίνει ότι αναλαμβάνει μέρος του αρχικού κινδύνου, δημιουργεί υποδομές και σταθερούς κανόνες, αλλά απαιτεί ταυτόχρονα ιδιωτικά κεφάλαια, λογοδοσία και αποδείξεις παραγωγικής βιωσιμότητας.
Το κράτος δεν μπορεί να είναι ούτε αδιάφορος παρατηρητής ούτε ανεξάντλητο ταμείο διάσωσης. Πρέπει να λειτουργεί ως στρατηγικός επενδυτής και αυστηρός αξιολογητής.
Οι εκλογές και το δύσκολο παζλ της πλειοψηφίας
Οι Σοσιαλδημοκράτες παραμένουν το πρώτο κόμμα, χωρίς όμως να πλησιάζουν την αυτοδυναμία. Ο ενημερωμένος μέσος όρος του PolitPro στις 3 Σεπτεμβρίου τοποθετεί τους Σοσιαλδημοκράτες στο 29,2%, τους Sweden Democrats στο 19,7% και τους Moderates στο 17,7%.
Η μεγάλη αβεβαιότητα βρίσκεται στα μικρότερα κόμματα. Οι Φιλελεύθεροι καταγράφονται στο 2,4%, αισθητά κάτω από το όριο εισόδου του 4%. Εάν μείνουν εκτός Βουλής, μπορεί να ανατραπεί η αριθμητική του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού, χωρίς όμως να διασφαλίζεται αυτομάτως μια σταθερή κεντροαριστερή πλειοψηφία.
Επομένως, η πράσινη επανεκβιομηχάνιση αποτελεί ταυτόχρονα οικονομική και πολιτική πρόταση. Η Andersson χρειάζεται να πείσει ότι η μετάβαση μπορεί να συνδέσει τα μεγάλα αστικά κέντρα με τη βιομηχανική περιφέρεια, τους περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένους ψηφοφόρους με τους εργαζομένους και την κλιματική πολιτική με την οικονομική ασφάλεια.
Το προοδευτικό μάθημα για την Ευρώπη
Η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη δεν τροφοδοτείται μόνο από το μεταναστευτικό. Τροφοδοτείται και από την αίσθηση ότι μεγάλες οικονομικές αλλαγές αποφασίζονται μακριά από τις τοπικές κοινωνίες, ενώ το κόστος καταλήγει στα νοικοκυριά και τα οφέλη σε λίγες επιχειρήσεις.
Μια προοδευτική πράσινη πολιτική πρέπει επομένως να δείξει όχι μόνο ότι προστατεύει το κλίμα, αλλά ότι δημιουργεί πιο φθηνή ενέργεια, σταθερές δουλειές, παραγωγικές επενδύσεις και μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια.
Η ίδια η σουηδική σοσιαλδημοκρατική πρόταση συνδέει την άφθονη, φθηνή και απαλλαγμένη από ορυκτά καύσιμα ηλεκτρική ενέργεια με την οικονομική ισχύ και την ανεξαρτησία της χώρας. Η ενεργειακή πολιτική παρουσιάζεται έτσι ως μέρος της εθνικής ασφάλειας και όχι μόνο της περιβαλλοντικής στρατηγικής.
Και το ελληνικό ερώτημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Το σουηδικό παράδειγμα αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Το Ταμείο Ανάκαμψης πρόσφερε μια μοναδική εισροή κεφαλαίων για πράσινες και ψηφιακές επενδύσεις. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσα έργα εγκρίθηκαν ή πόσα χρήματα απορροφήθηκαν.
Είναι τι παραγωγική βάση θα παραμείνει όταν ολοκληρωθούν οι ευρωπαϊκές εκταμιεύσεις.
Δημιουργήθηκαν νέες βιομηχανικές αλυσίδες ή κυρίως επιδοτήθηκε η εισαγωγή εξοπλισμού; Απέκτησε η χώρα δική της τεχνογνωσία ή απλώς αγόρασε έτοιμες τεχνολογίες; Μειώθηκε το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά; Δημιουργήθηκαν μόνιμες, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας;
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα: ήλιο, άνεμο, λιμάνια, γεωγραφική θέση, ανθρώπινο δυναμικό και δυνατότητες σε ενεργειακά δίκτυα, αποθήκευση, ναυτιλία, αγροδιατροφή και ψηφιακές υπηρεσίες. Αυτό που λείπει είναι η σύνδεσή τους σε ένα συνεκτικό σχέδιο παραγωγικού μετασχηματισμού.
Η πράσινη μετάβαση δεν αρκεί να μετριέται σε εγκατεστημένα μεγαβάτ και απορρόφηση επιδοτήσεων. Πρέπει να μετριέται σε εγχώρια προστιθέμενη αξία, νέες εξαγωγές, πραγματικούς μισθούς και ενεργειακό κόστος.
Αυτό είναι το μεγάλο σουηδικό στοίχημα, αλλά και το ελληνικό ερώτημα της επόμενης ημέρας: μπορεί η πράσινη μετάβαση να πάψει να είναι ένας κατάλογος επιδοτούμενων έργων και να μετατραπεί σε πραγματική βιομηχανική πολιτική;



