Ένα κρίσιμο ζήτημα που θα κυριαρχήσει στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ που ξεκινά την Παρασκευή 27 Μαρτίου και ολοκληρώνεται την Κυριακή 29 Μαρτίου με τη λήψη πολιτικών αποφάσεων και την εκλογή Νέας Κεντρικής Επιτροπής είναι το ψήφισμα που προτείνει για αποκλεισμό σε οποιαδήποτε μετεκλογική συνεργασία με του κόμματος με τη Νέα Δημοκρατία.
Η συγκεκριμένη πρόταση συνδέεται κυρίως με την πρωτοβουλία του Δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα ενώ ενδέχεται να στηριχθεί και από άλλα κορυφαία στελέχη. Η πρόταση αυτή έχει ήδη προκαλέσει έντονες πολιτικές συζητήσεις στο εσωτερικό της παράταξης,.

Από τη μία πλευρά, υπάρχουν φωνές που θεωρούν ότι ένα τέτοιο ψήφισμα είναι αναγκαίο για να ξεκαθαρίσει το πολιτικό στίγμα του ΠΑΣΟΚ. Από την άλλη, η ηγεσία φαίνεται να αντιμετωπίζει την πρόταση με επιφυλάξεις, είτε επί της ουσίας είτε για λόγους τακτικής και χρονισμού.
Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζεται ως ο βασικός πολιτικός αντίπαλος του ΠΑΣΟΚ και ότι η αλλαγή της κυβερνητικής πολιτικής αποτελεί κεντρικό στόχο της αντιπολιτευτικής του στρατηγικής, η συζήτηση για την απαγόρευση συνεργασίας με τη ΝΔ παραμένει ανοιχτή. Ωστόσο, υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα που συνηγορούν ότι το συνέδριο θα πρέπει να πάρει καθαρή και δεσμευτική θέση
Ένα σενάριο που ήδη κυκλοφορεί στο πολιτικό σύστημα
Η συζήτηση για ένα σαφές ψήφισμα που θα αποκλείει μετεκλογική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι θεωρητική ούτε πρόωρη. Αντίθετα, έρχεται να αντιμετωπίσει ένα σενάριο που ήδη βρίσκεται στο τραπέζι του δημόσιου διαλόγου εδώ και καιρό.
Στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και σημαντική μερίδα μέσων ενημέρωσης, αναλυτών και παραγόντων του οικονομικού συστήματος, επαναφέρουν συστηματικά την προοπτική μιας μετεκλογικής σύμπραξης των δύο κομμάτων. Το επιχείρημα που προβάλλεται είναι γνωστό: σε περίπτωση που δεν προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση, η «σταθερότητα» της χώρας θα επιβάλλει μια συνεργασία μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ.
Για μεγάλο μέρος της ηγετικής ομάδας και των στελεχών του ΠΑΣΟΚ, ωστόσο, αυτή η συζήτηση δεν είναι ουδέτερη. Αντίθετα, εκλαμβάνεται ως τμήμα μιας ευρύτερης πολιτικής στρατηγικής που επιδιώκει να παρουσιάσει το Κίνημα ως τον «φυσικό» κυβερνητικό εταίρο της ΝΔ, εγκλωβίζοντάς το σε ρόλο συμπληρωματικής δύναμης του κυβερνητικού μπλοκ.
Η υιοθέτηση ενός ξεκάθαρου ψηφίσματος από το Συνέδριο θα είχε ακριβώς αυτόν τον στόχο: να κλείσει οριστικά αυτό το σενάριο, πριν προλάβει να αποκτήσει πολιτική δυναμική και πριν παγιωθεί στην αντίληψη των ψηφοφόρων ως πιθανότητα. Πρόκειται για μια κίνηση οριοθέτησης απέναντι σε ένα ενδεχόμενο που —μολονότι δεν αποτελεί επίσημη κομματική επιλογή— εξακολουθεί να τροφοδοτείται από τον δημόσιο διάλογο.
Εσωτερικές διαφοροποιήσεις που καθιστούν αναγκαία τη συζήτηση
Το ζήτημα δεν τίθεται μόνο από εξωγενείς παράγοντες. Η συζήτηση για μια πιθανή συνεργασία με τη ΝΔ αγγίζει και το εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, όπου καταγράφονται διαφορετικές προσεγγίσεις.
Υπάρχουν στελέχη που υποστηρίζουν ότι, μπροστά σε ενδεχόμενη πολιτική αστάθεια ή αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, το κόμμα δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορο απέναντι στην ανάγκη διακυβέρνησης της χώρας. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, το ΠΑΣΟΚ οφείλει να διατηρεί ανοιχτές όλες τις επιλογές του, προκειμένου —υπό προϋποθέσεις και στο κατάλληλο πλαίσιο— να συμβάλει σε μια κυβερνητική λύση, αν οι συνθήκες το απαιτήσουν.
Παράλληλα, διατυπώνεται και μια διαφορετική πολιτική ανάγνωση των διαχωριστικών γραμμών. Σύμφωνα με αυτήν, η κύρια πολιτική αντιπαράθεση δεν τοποθετείται αποκλειστικά ανάμεσα στη ΝΔ και την προοδευτική παράταξη, αλλά εκτείνεται και στο εσωτερικό της κεντροαριστεράς, ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και δυνάμεις όπως ο ΣΥΡΙΖΑ.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν εντάσσονται αναγκαστικά στη ζώνη των «απαγορευμένων» συνεργασιών. Για τους υποστηρικτές ενός σαφούς ψηφίσματος, ωστόσο, ακριβώς αυτή η συλλογιστική είναι που καθιστά επιτακτική μια καθαρή πολιτική τοποθέτηση. Το Συνέδριο αναμένεται να αναδείξει αυτές τις διαφορετικές προσεγγίσεις, που αντανακλούν βαθύτερα στρατηγικά διλήμματα για την ταυτότητα και την πορεία της παράταξης.
Το πολιτικό κόστος της αμφισημίας
Ένας τρίτος, εξίσου κρίσιμος λόγος που επιβάλλει μια ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα της συνεργασίας με τη ΝΔ είναι το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η διαρκής αμφισημία.
Όσο το ενδεχόμενο παραμένει ανοιχτό ή δεν διαψεύδεται κατηγορηματικά, τόσο θα επανέρχεται στη δημόσια ατζέντα. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί αντίπαλοι και αναλυτές θα συνεχίσουν να θέτουν το ίδιο ερώτημα προς τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ: «Θα συνεργαζόσασταν με τη ΝΔ μετά τις εκλογές;»
Η απουσία μιας καθαρής, θεσμικά κατοχυρωμένης απάντησης δημιουργεί ένα διαρκές επικοινωνιακό και πολιτικό βάρος. Κάθε δημόσια τοποθέτηση στελέχους υπόκειται σε πολλαπλές ερμηνείες, κάθε διαφοροποίηση διογκώνεται, και το ζήτημα επιστρέφει ξανά και ξανά στην επικαιρότητα, αποπροσανατολίζοντας από την ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ακόμη πιο κρίσιμο, ωστόσο, είναι το μήνυμα που θα εκπέμψει το ίδιο το Συνέδριο. Αν ένα ψήφισμα που οριοθετεί τη σχέση με τη ΝΔ δεν συζητηθεί καν, δεν τεθεί στην κρίση των συνέδρων ή απορριφθεί, το πολιτικό συμπέρασμα θα είναι μοιραίο: ότι το ΠΑΣΟΚ αφήνει εκουσίως ανοιχτή την πόρτα της μετεκλογικής συνεργασίας. Ακόμη κι αν η συζήτηση «αποφευχθεί» διακριτικά, ακόμη κι αν δεν τεθεί από κανέναν εισηγητή, η σιωπή θα εκληφθεί ως συναίνεση. Το ερώτημα «γιατί όχι και με τη ΝΔ;» θα αιωρείται πάνω από το πολιτικό προφίλ του κόμματος.
Για τους υποστηρικτές της πρότασης, αυτό ακριβώς πρέπει να αποφευχθεί. Το κόμμα χρειάζεται μια ξεκάθαρη στρατηγική γραμμή που θα θωρακίζει την αυτονομία του και θα απομακρύνει κάθε υποψία πολιτικής σύμπραξης με τη σημερινή κυβέρνηση.
Αντίλογος και απαντήσεις
Ο αντίλογος στην πρόταση του ψηφίσματος εστιάζει σε δύο κύρια επιχειρήματα: πρώτον, ότι μια τέτοια κίνηση θα αποθαρρύνει συντηρητικούς κεντρώους ψηφοφόρους —πρώην ψηφοφόρους της ΝΔ που είναι δυσαρεστημένοι από τον Μητσοτάκη αλλά εξακολουθούν να δίνουν προτεραιότητα στη σταθερότητα— να στραφούν στο ΠΑΣΟΚ. Δεύτερον, ότι στελέχη και ψηφοφόροι εντός ΠΑΣΟΚ που βλέπουν θετικά μια εμπλοκή στη διακυβέρνηση, στο όνομα της σταθερότητας, θα αποστασιοποιηθούν και θα κινηθούν προς τη ΝΔ.
Στα επιχειρήματα αυτά μπορούν να αντιταχθούν δύο απαντήσεις:
Πρώτον, αν κάποιος είναι δυσαρεστημένος από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, γιατί να επιλέξει ένα ΠΑΣΟΚ που ενδέχεται να τον οδηγήσει ξανά σε… Κυριάκο Μητσοτάκη; Δεν είναι πιθανότερο να στραφεί σε μια πιο καθαρή αντι-μητσοτακική έκφραση, που δεν θα αφήνει περιθώρια σύγχυσης;
Δεύτερον, όσοι εντός ΠΑΣΟΚ λοξοκοιτάζουν προς τη ΝΔ, στην κρίσιμη στιγμή, λίγο πριν από την κάλπη και μπροστά στα διλήμματα που θα θέσει ο Μητσοτάκης, είναι εξαιρετικά πιθανό να εγκαταλείψουν το ΠΑΣΟΚ και να κατευθυνθούν προς τη ΝΔ — όπως άλλωστε συνέβη και το 2019 και το 2023. Στην πραγματικότητα, η πολιτική τους τοποθέτηση δεν εντάσσεται οργανικά στο ΠΑΣΟΚ, από τη στιγμή που η προοπτική μιας συνεργασίας με τη ΝΔ αποτελεί γι’ αυτούς όχημα, αλλά όχημα που οδηγεί στην αντίπερα όχθη.
Το Συνέδριο ως πεδίο στρατηγικών αποφάσεων
Υπό αυτή την έννοια, το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ δεν αποτελεί απλώς μια οργανωτική ή τυπική διαδικασία. Είναι μια κρίσιμη πολιτική στιγμή, όπου θα κριθούν στρατηγικές επιλογές που θα καθορίσουν την επόμενη περίοδο.
Η εκλογή νέας Κεντρικής Επιτροπής, η συζήτηση για τη φυσιογνωμία και το πρόγραμμα του κόμματος συνδέονται άμεσα με το θεμελιώδες ερώτημα του πολιτικού προσανατολισμού: Θα επιλέξει το ΠΑΣΟΚ να συγκροτήσει έναν αυτόνομο πόλο της κεντροαριστεράς, διεκδικώντας την εμπιστοσύνη της μεγάλης αντικυβερνητικής μάζας του προοδευτικού χώρου που παραμένει χωρίς έκφραση; Ή θα διατηρήσει μια στάση ανοιχτών οριζόντων ως προς τις μετεκλογικές συνεργασίες, διαιωνίζοντας τις σκιές περί σύμπλευσης με τη ΝΔ;
Το ψήφισμα για την οριοθέτηση της σχέσης με τη Νέα Δημοκρατία δεν αφορά μόνο ένα υποθετικό κυβερνητικό σενάριο. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού της παράταξης. Και η απάντηση που θα δοθεί από το Συνέδριο θα σηματοδοτήσει όχι μόνο τη στρατηγική κατεύθυνση, αλλά και την αξιοπιστία του ΠΑΣΟΚ ως μιας δύναμης που μπορεί να εκπροσωπήσει με συνέπεια την προοδευτική παράταξη.



