Η επικείμενη προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή για το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν αποτελεί απλώς μια κοινοβουλευτική αναμέτρηση, αλλά μια κρίσιμη στιγμή αποκάλυψης για μια κυβέρνηση που δείχνει να οχυρώνεται πίσω από νομικισμούς, την ώρα που ο κλοιός της δικαιοσύνης στενεύει.
Η πρόσφατη καταδίκη των τεσσάρων ιδιωτών από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο γκρέμισε το κυβερνητικό αφήγημα περί «ανύπαρκτου σκανδάλου», αφήνοντας το Μέγαρο Μαξίμου έκθετο σε μια παρατεταμένη και ένοχη σιωπή που πλέον δεν μπορεί να συντηρηθεί.
Η Τακτική του Αποπροσανατολισμού και η Εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης
Η κυβερνητική γραμμή, όπως διαφαίνεται, επιχειρεί έναν επικίνδυνο ακροβατισμό: την επιλεκτική επίκληση της δικαστικής κρίσης. Από τη μία, η κυβέρνηση «αγκαλιάζει» την απόφαση του Αρείου Πάγου που έθεσε στο αρχείο τη διασύνδεση ΕΥΠ και Predator, και από την άλλη, στέκεται αμήχανη μπροστά στην καταδίκη των ιδιωτών που χειρίζονταν το παράνομο λογισμικό. Πρόκειται για μια στρατηγική «δύο μέτρων και δύο σταθμών», όπου η Δικαιοσύνη είναι σεβαστή μόνο όταν παράγει βολικά συμπεράσματα. Η προσπάθεια να διευρυνθεί η ατζέντα της συζήτησης σε γενικόλογα θέματα περί Κράτους Δικαίου αποτελεί μια κλασική τακτική διαφυγής, με στόχο να πνιγεί η ουσία της υπόθεσης μέσα σε έναν ωκεανό κυβερνητικής αυτοαναφορικότητας.
Η Μετακύλιση Ευθυνών ως Τελευταίο Καταφύγιο
Είναι τουλάχιστον ειρωνικό το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να φορτώσει την ατιμωρησία των καταδικασθέντων στις αλλαγές του Ποινικού Κώδικα από τον ΣΥΡΙΖΑ το 2019. Μετά από έξι χρόνια διακυβέρνησης, η επίκληση του παρελθόντος δεν αποτελεί επιχείρημα, αλλά ομολογία αδυναμίας. Η προσπάθεια να εμπλακεί και το ΠΑΣΟΚ μέσω παλαιότερων τοποθετήσεων στελεχών του, υπογραμμίζει την πρόθεση της κυβέρνησης να προκαλέσει έναν γενικευμένο πολιτικό θόρυβο, ελπίζοντας ότι η κοινή γνώμη θα κουραστεί και θα αποστρέψει το βλέμμα από τον πυρήνα του σκανδάλου.
Τα Αμείλικτα Ερωτήματα και ο Τρόμος των Μαρτύρων
Το πραγματικό πρόβλημα για το Μαξίμου δεν είναι η ρητορική αντιπαράθεση στη Βουλή, αλλά η νέα έρευνα που ξεκινά από το μηδέν. Τα ερωτήματα που μένουν αναπάντητα από το 2022 είναι πλέον «βόμβες» στα θεμέλια του κυβερνητικού οικοδομήματος. Για ποιον δούλευαν οι καταδικασθέντες ιδιώτες; Ποιος είχε το συμφέρον και την ισχύ να παρακολουθεί ταυτόχρονα πολιτικούς αρχηγούς, υπουργούς και την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων; Η θεωρία των «αυτόνομων ιδιωτών» που δρούσαν χωρίς εντολέα καταρρέει κάτω από το βάρος της κοινής λογικής.
Η νευρικότητα που επικρατεί στους κυβερνητικούς διαδρόμους είναι έκδηλη, καθώς η προοπτική της φυλάκισης για τους εμπλεκόμενους στο Εφετείο μπορεί να ανοίξει στόματα. Όταν η ελευθερία τίθεται σε κίνδυνο, οι «στεγανές» συμφωνίες σιωπής τείνουν να διαλύονται. Η κυβέρνηση καλείται πλέον να επιλέξει: θα συνεχίσει να προσφέρει κάλυψη σε ένα δίκτυο που υπέσκαψε τους θεσμούς της χώρας ή θα αφήσει τη Δικαιοσύνη να φτάσει μέχρι το τέλος, ακόμη κι αν η διαδρομή οδηγεί στην καρδιά της εκτελεστικής εξουσίας;



