Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσανατολίζεται στην αναστολή της διαδικασίας επικύρωσης της εμπορικής συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ζητώντας επιπλέον διευκρινίσεις από τη διοίκηση του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ αναφορικά με το νέο πλαίσιο δασμών.
Οι βασικές πολιτικές ομάδες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δηλώνουν ότι θα αναστείλουν τη νομοθετική διαδικασία έγκρισης της συμφωνίας. Η απόφαση έρχεται λίγες ημέρες μετά την ετυμηγορία του Ανώταρτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, το οποίο ακύρωσε τη χρήση νόμου περί έκτακτων εξουσιών από τον Τραμπ για την επιβολή των λεγόμενων «ανταποδοτικών» δασμών παγκοσμίως.
Μετά την είδηση, οι ευρωπαϊκές μετοχές υποχώρησαν, με τον δείκτη Stoxx Europe 600 να χάνει 0,4%.
Η Ζελιάνα Ζόβκο, επικεφαλής διαπραγματεύτρια εμπορίου της ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (EPP), ανέφερε ότι «δεν υπάρχει άλλη επιλογή» από την καθυστέρηση της διαδικασίας μέχρι να υπάρξει σαφήνεια. Το κεντροδεξιό EPP, η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη στο Κοινοβούλιο, θα στηριχθεί από τους Σοσιαλιστές και Δημοκράτες και από τη φιλελεύθερη ομάδα Renew.
Έκτακτη συνεδρίαση και διπλωματικές επαφές
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Κοινοβουλίου, Μπέρντ Λάνγκε, συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση για επανεκτίμηση της συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ. Παράλληλα, οι πρεσβευτές της ΕΕ θα συναντηθούν για να εξετάσουν τη συνολική εμπορική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ανακοίνωση του Τραμπ, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, για επιβολή παγκόσμιου δασμού 10% — που στη συνέχεια αυξήθηκε στο 15% — άφησε ανοιχτά ερωτήματα για τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, εντείνοντας την αβεβαιότητα στις αγορές.
Η συμφωνία που είχε επιτευχθεί το περασμένο καλοκαίρι μεταξύ του Τραμπ και της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, προέβλεπε την επιβολή δασμού 15% στα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ, με παράλληλη κατάργηση δασμών σε αμερικανικά βιομηχανικά αγαθά που εισάγονται στην ΕΕ. Οι ΗΠΑ θα διατηρούσαν, ωστόσο, δασμό 50% στον ευρωπαϊκό χάλυβα και αλουμίνιο.
Η ΕΕ είχε αποδεχθεί τη συμφωνία, παρά τον άνισο χαρακτήρα της, προκειμένου να αποφευχθεί ένας γενικευμένος εμπορικός πόλεμος και να διατηρηθεί η αμερικανική στήριξη σε θέματα ασφάλειας, ιδίως σε σχέση με την Ουκρανία.

