Το νέο στοιχείο της ΕΛΣΤΑΤ είναι πολύ σημαντικότερο απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Ο Δείκτης Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία αυξήθηκε κατά 10% τον Ιούλιο σε ετήσια βάση, ενώ τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους είχε καταγράψει μείωση 2,1%. Μέσα σε έναν μόλις μήνα, από τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο, οι εισαγόμενες τιμές αυξήθηκαν κατά 4,4%.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο βρίσκεται στην προέλευση της πίεσης. Οι τιμές των εισαγωγών από χώρες εκτός Ευρωζώνης αυξήθηκαν κατά 16,5%, ενώ από τις χώρες της Ευρωζώνης η άνοδος περιορίστηκε στο 1,5%. Η μεγάλη αυτή απόκλιση δείχνει ότι η νέα επιβάρυνση έρχεται κυρίως από τις διεθνείς αγορές ενέργειας, με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να μεταφέρουν το αυξημένο κόστος στην ελληνική οικονομία.
Η αλυσίδα του νέου κύματος ακρίβειας αρχίζει πλέον να γίνεται ορατή:
Τιμές εισαγωγών +10% → τιμές παραγωγού +11,8% → πληθωρισμός 3,8%
Την ίδια στιγμή, η βιομηχανική παραγωγή υποχώρησε τον Ιούλιο κατά 1,2%. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται, επομένως, αντιμέτωπη με έναν ιδιαίτερα δύσκολο συνδυασμό: αυξανόμενο κόστος πρώτων υλών και ενέργειας, υψηλότερες τιμές παραγωγής και ταυτόχρονη εξασθένηση της παραγωγικής δραστηριότητας.
Δεν πρόκειται απλώς για έναν δυσάρεστο μηνιαίο δείκτη πληθωρισμού, αλλά για μια εξωτερική διαταραχή κόστους που μπορεί σταδιακά να περάσει σε ολόκληρη την αγορά. Οι επιχειρήσεις καλούνται είτε να απορροφήσουν μέρος των ανατιμήσεων, μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους τους, είτε να τις μεταφέρουν στις τελικές τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Το κρίσιμο ερώτημα των επόμενων δύο μηνών είναι πόσο γρήγορα και σε ποιον βαθμό θα περάσει το αυξημένο κόστος των εισαγωγών στα τρόφιμα, στις μεταφορές, στους λογαριασμούς και στα βασικά καταναλωτικά αγαθά. Εάν η πίεση διατηρηθεί, το νέο ενεργειακό σοκ δεν θα περιοριστεί στα στατιστικά δελτία: θα συμπιέσει ακόμη περισσότερο την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να επενδύουν και να παράγουν.



