Για ακόμη μια φορά, η ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών και η αντιπροεδρία της κυβέρνησης επιλέγουν τον δρόμο της αυτάρεσκης ρητορικής, παρουσιάζοντας μια ειδυλλιακή εικόνα για την ελληνική οικονομία και καθημερινότητα, που βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με την εμπειρία της πλειονότητας των πολιτών.
Ο Κωστής Χατζηδάκης, με τη γνωστή τακτική της υποτίμησης κάθε αντίθετης φωνής, εμφανίστηκε στην κρατική τηλεόραση για να μοιράσει εύσημα στον εαυτό του και στο κυβερνητικό επιτελείο, βαφτίζοντας τον ρεαλισμό ως αποκλειστικό του προνόμιο.
Η επίκληση των μακροοικονομικών μεγεθών, των «υγιών πλεονασμάτων» και της ανάπτυξης που ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού για να κρυφτεί το γεγονός ότι η ακρίβεια και ο πληθωρισμός συνεχίζουν να εξανεμίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η κυβέρνηση επιμένει να μιλά για κοινωνικό μέρισμα, την ώρα που οι πολίτες βιώνουν μια καθημερινότητα γεμάτη από έμμεσους φόρους και ανεξέλεγκτες ανατιμήσεις, με τα περιθώρια αντοχής της κοινωνίας να έχουν εξαντληθεί προ πολλού.
Την ίδια στιγμή, οι ειρωνικές αναφορές σε «πολιτικούς Αη Βασίληδες» και «κόμματα διαμαρτυρίας» προδίδουν μια έντονη αλαζονεία και μια εμφανή προσπάθεια απαξίωσης οποιασδήποτε κριτικής, είτε αυτή προέρχεται από την αντιπολίτευση είτε από κοινωνικά κινήματα. Η κυβερνητική παράταξη, κλεισμένη στον μικρόκοσμο των δικών της δημοσκοπικών αναλύσεων, επιλέγει να βλέπει παντού «τοξικότητα» και «έλλειψη κοινής λογικής», αρνούμενη να αντιληφθεί ότι η δυσαρέσκεια των πολιτών δεν είναι προϊόν υποσχέσεων, αλλά αποτέλεσμα των δικών της εφαρμοσμένων πολιτικών.
Ακόμα και στον τομέα των μεταρρυθμίσεων, η προσπάθεια να παρουσιαστεί η ψηφιακή ενημέρωση για την πορεία των αιτήσεων στο Δημόσιο ως κοσμογονία που μετατρέπει τον υπήκοο σε «κανονικό πολίτη» ακούγεται τουλάχιστον υπερβολική. Όταν οι βασικές δομές του κοινωνικού κράτους, όπως η υγεία και η παιδεία, υποβαθμίζονται καθημερινά, οι ψηφιακές ειδοποιήσεις αποτελούν απλώς ένα περιτύλιγμα εκσυγχρονισμού που αδυνατεί να καλύψει τις βαθιές δομικές ελλείψεις.
Τέλος, η αναφορά στις επικείμενες αλλαγές του κυβερνητικού σχήματος ως «περιορισμένης κλίμακας» επιβεβαιώνει την απροθυμία για οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή πορείας. Η εμμονή στην ίδια ακριβώς συνταγή, με τα ίδια πρόσωπα να ανακυκλώνονται σε θέσεις ευθύνης, δείχνει ότι η κυβέρνηση παραμένει εγκλωβισμένη στη δική της «ημέρα της μαρμότας», πιστεύοντας ότι οι επικοινωνιακοί ελιγμοί και η σεμνοτυφία μπορούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη για πραγματική στήριξη της κοινωνίας.



