Η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών το 2024 δεν ήταν απλώς μια αμερικανική πολιτική ανατροπή. Ήταν το ισχυρότερο ίσως σύμβολο μιας πολύ ευρύτερης μετατόπισης που διαπερνά πλέον μεγάλο μέρος του δυτικού πολιτικού κόσμου.
Ο Τραμπ απέδειξε ότι ο δεξιός λαϊκισμός δεν αποτέλεσε μια προσωρινή παρένθεση της περιόδου 2016–2020. Επέστρεψε στον Λευκό Οίκο ισχυρότερος, έχοντας μετατρέψει το MAGA από ένα εκλογικό σύνθημα σε ένα πολιτικό και ιδεολογικό ρεύμα με διεθνή επιρροή.
Το βασικό στοιχείο του τραμπισμού δεν είναι μόνο η σκληρή στάση στο μεταναστευτικό, ο οικονομικός προστατευτισμός ή η επίθεση στις παραδοσιακές ελίτ. Είναι κυρίως η οικοδόμηση μιας πολιτικής πάνω στη σύγκρουση ανάμεσα στον «λαό» και σε ένα υποτιθέμενο κατεστημένο που παρουσιάζεται ως διεφθαρμένο, αποκομμένο και εχθρικό απέναντι στον απλό πολίτη.
Και αυτή η λογική δεν περιορίζεται πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ευρώπη μετακινείται δεξιότερα
Η ίδια τάση εμφανίζεται, με διαφορετική ένταση και διαφορετικά χαρακτηριστικά, σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Στην Ιταλία, η Τζόρτζια Μελόνι και τα Αδέλφια της Ιταλίας βρίσκονται ήδη στην κυβέρνηση. Ένα κόμμα που ξεκίνησε από τον χώρο της μεταφασιστικής Δεξιάς κατόρθωσε να μετατραπεί σε κεντρική δύναμη του ιταλικού πολιτικού συστήματος
Στην Ουγγαρία, ο Βίκτορ Όρμπαν και το Fidesz αποτελούν εδώ και χρόνια ίσως το πιο χαρακτηριστικό ευρωπαϊκό παράδειγμα εθνικολαϊκιστικής διακυβέρνησης, με έντονη σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς σε ζητήματα κράτους δικαίου, μεταναστευτικής πολιτικής και θεσμικών ελέγχων.
Στη Γαλλία, ο Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί ένα περιθωριακό κόμμα διαμαρτυρίας. Έχει μετατραπεί σε μία από τις βασικές δυνάμεις διεκδίκησης της εξουσίας.
Στη Γερμανία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία, το AfD, έχει ενισχυθεί θεαματικά, ιδιαίτερα στα ανατολικά κρατίδια, ασκώντας πλέον μεγάλη πίεση στο παραδοσιακό πολιτικό σύστημα.
Στην Αυστρία, το FPÖ βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής. Στην Ισπανία, το Vox του Σαντιάγο Αμπασκάλ διατηρεί σημαντική εκλογική επιρροή. Στην Ολλανδία, ο Γκέερτ Βίλντερς και το PVV άλλαξαν τις ισορροπίες του κομματικού συστήματος. Στην Πολωνία, το PiS εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, ενώ στη Σουηδία οι Σουηδοί Δημοκράτες έχουν αποκτήσει καθοριστική επιρροή στην κυβερνητική πολιτική.
Παρόμοιες τάσεις εμφανίζονται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Δεν πρόκειται επομένως για μια σειρά από απομονωμένες εθνικές περιπτώσεις. Πρόκειται για μια πολιτική μετατόπιση.
Και το σημαντικότερο είναι ότι η επιρροή του δεξιού λαϊκισμού δεν μετριέται πλέον μόνο από τα ποσοστά των συγκεκριμένων κομμάτων. Μετριέται και από το πόσο η ατζέντα τους μετακινεί σταδιακά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.

Θέματα όπως το μεταναστευτικό, η εθνική ταυτότητα, η ασφάλεια, η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και η σύγκρουση με τις «ελίτ» βρίσκονται πλέον πολύ ψηλότερα στην ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα από ό,τι πριν από μία δεκαετία.
Και στην Ελλάδα;
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται έξω από αυτή την ευρωπαϊκή τάση. Η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου έχει εδραιωθεί ως μια σημαντική πολιτική δύναμη στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας.
Στον ίδιο ευρύτερο πολιτικό χώρο κινούνται η Φωνή Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου και η Νίκη, ενώ κατά καιρούς εμφανίζονται και άλλες μικρότερες εκφράσεις μιας σκληρότερης εθνικιστικής, αντιμεταναστευτικής ή αντισυστημικής Δεξιάς.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στα ποσοστά αυτών των κομμάτων. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι η ατζέντα τους αρχίζει να επηρεάζει τη συζήτηση ολόκληρου του πολιτικού συστήματος.
Όταν οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις αρχίζουν να υιοθετούν τη γλώσσα, τα διλήμματα και τις θεματικές της άκρας Δεξιάς, τότε η επιρροή της είναι ήδη μεγαλύτερη από την εκλογική της δύναμη.
Γιατί ανεβαίνει ο λαϊκισμός;
Θα ήταν εύκολο να αποδώσουμε αυτή την εξέλιξη αποκλειστικά στην παραπληροφόρηση, στα κοινωνικά δίκτυα ή στην πολιτική αφέλεια των ψηφοφόρων.
Θα ήταν όμως λάθος.
Ο λαϊκισμός αντλεί δύναμη από πραγματικά προβλήματα. Από κοινωνίες στις οποίες το κόστος ζωής αυξάνεται ταχύτερα από τους μισθούς.
Από τη στεγαστική κρίση. Από την ανασφάλεια απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, την τεχνολογική αλλαγή και την απώλεια σταθερών θέσεων εργασίας.
Από την αίσθηση ότι οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά για μεγάλο μέρος της κοινωνίας η καθημερινότητα παραμένει ίδια ή γίνεται δυσκολότερη. Από πολίτες που ακούν για αύξηση του ΑΕΠ, επενδύσεις, αναβαθμίσεις και δημοσιονομικούς δείκτες, αλλά δεν βλέπουν αντίστοιχη βελτίωση στη δική τους ζωή. Και πάνω από όλα, από την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα δεν ακούει.
Ο δεξιός λαϊκισμός παίρνει αυτή την υπαρκτή ανασφάλεια και της προσφέρει έναν εύκολο εχθρό.
Τον μετανάστη. Τις Βρυξέλλες. Τις «ελίτ». Τα μέσα ενημέρωσης. Τους θεσμούς. Τον διαφορετικό.
Και εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της δημοκρατικής και προοδευτικής πολιτικής: να απαντά στον θυμό των πολιτών με ηθικά μαθήματα.
Δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις την πολιτική του θυμού εξηγώντας σε έναν άνθρωπο ότι δεν δικαιούται να είναι θυμωμένος.
Πρέπει πρώτα να καταλάβεις γιατί είναι θυμωμένος. Το πραγματικό ερώτημα Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς ότι ανεβαίνει ο λαϊκισμός. Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Γιατί τόσοι πολίτες αισθάνονται ότι μόνο οι λαϊκιστές ακούνε την οργή τους; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένας ανταγωνισμός για το ποιος θα φωνάξει περισσότερο. Ούτε όμως μπορεί να είναι η υπεράσπιση ενός status quo που για εκατομμύρια ανθρώπους δεν λειτουργεί.
Η δημοκρατική πολιτική χρειάζεται να ξαναμιλήσει για μισθούς, κατοικία, ανισότητες, δημόσια υγεία και παιδεία, ασφάλεια, αξιοπρέπεια και πραγματικό έλεγχο της οικονομικής εξουσίας. Πρέπει να αποδείξει ξανά ότι η δημοκρατία μπορεί να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων.
Φέρνουν το θυμό τους και στην Αθήνα
Αυτή η μετατόπιση δεν αφορά μόνο τις εθνικές εκλογές ή τα μεγάλα ευρωπαϊκά κόμματα. Κατεβαίνει πλέον μέχρι το επίπεδο της πόλης και της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Στην Αθήνα, μετά την παρουσία της παράταξης που είχε συνδεθεί με τον Ηλία Κασιδιάρη, η Ελένη Παπαδοπούλου, επικεφαλής σήμερα της παράταξης «Η Αθήνα μας», έχει υιοθετήσει έναν ιδιαίτερα σκληρό πολιτικό λόγο, κυρίως γύρω από ζητήματα μεταναστών, προσφύγων και κοινωνικά ευάλωτων ομάδων.
Οι παρεμβάσεις της στο Δημοτικό Συμβούλιο έχουν επανειλημμένα προκαλέσει αντιδράσεις για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν αυτά τα ζητήματα και για τη γλώσσα πόλωσης που χρησιμοποιείται.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα έχουν καταγραφεί και σε παρεμβάσεις της γύρω από τα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας, που η δημόσια αντιπαράθεση πήρε έναν ιδιαίτερα επιθετικό χαρακτήρα.
Ακόμη πιο ανησυχητικό, όμως, είναι όταν στοιχεία αυτής της λογικής παύουν να περιορίζονται στις παρυφές του πολιτικού συστήματος και αρχίζουν να εισχωρούν στην παραδοσιακή Δεξιά. Στην πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τον Κώστα Μπακογιάννη, στελέχη και υποστηρικτές της παράταξής του έχουν επιλέξει πολλές φορές στα κοινωνικά δίκτυα έναν εξαιρετικά οξύ και πολωτικό τρόπο σύγκρουσης.
Το iAnatropi έχει καταγράψει περιπτώσεις στις οποίες, σύμφωνα με τα δημοσιεύματά του, αναπαράχθηκαν παραπλανητικές φωτογραφίες, ανακριβείς ισχυρισμοί ή επιθέσεις που κινούνται περισσότερο στη λογική της διαδικτυακής πόλωσης παρά της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο επικίνδυνη πλευρά του φαινομένου. Η επιτυχία του ακραίου λαϊκισμού δεν μετριέται μόνο από το πόσους βουλευτές, δημάρχους ή δημοτικούς συμβούλους εκλέγει.
Μετριέται και από το πόσο καταφέρνει να αλλάξει τη γλώσσα των υπολοίπων. ταν η υπερβολή γίνεται κανονικότητα, όταν η παραπληροφόρηση μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο και όταν ο φόβος απέναντι στον διαφορετικό αντικαθιστά την πολιτική επιχειρηματολογία, τότε οι ιδέες του λαϊκισμού έχουν ήδη κερδίσει έδαφος — ακόμη και χωρίς να έχουν κερδίσει τις εκλογές.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι απλώς πώς θα ηττηθούν εκλογικά οι λαϊκιστές. Είναι πώς θα πάψουν οι δημοκρατικές δυνάμεις να τους παραχωρούν το προνομιακό πεδίο του θυμού και της κοινωνικής ανασφάλειας.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένας ανταγωνισμός για το ποιος θα φωνάξει περισσότερο. Ούτε όμως η υπεράσπιση ενός status quo που για εκατομμύρια ανθρώπους δεν λειτουργεί. Η δημοκρατική πολιτική πρέπει να ξαναμιλήσει για μισθούς, κατοικία, ανισότητες, δημόσια υγεία και παιδεία, ασφάλεια και αξιοπρέπεια.
Και πάνω απ’ όλα πρέπει να ξαναδώσει στους ανθρώπους την αίσθηση ότι μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους μέσα από τη δημοκρατία.
Γιατί όταν η δημοκρατία δεν δίνει πολιτική απάντηση στην κοινωνική ανασφάλεια, κάποιος άλλος θα δώσει μια εύκολη απάντηση. Και συνήθως, μαζί με την εύκολη απάντηση, θα υποδείξει και έναν εχθρό.
Κλείνω με τη φράση που είπε χθες ο Δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας στο άρθρο του στην εφημερίδα Συντακτών:
Γιατί όταν οι κοινωνικές ανισότητες μεγαλώνουν εκθετικά και η πολιτική αποφεύγει να συγκρουστεί με τα αίτια, αλλά ασχολείται με την “διαχείριση”, τότε την κοινωνική δυσαρέσκεια, αντί να την εκφράσει μια δημοκρατική προοδευτική πολιτική, θα την εκφράσει ο αυταρχικός λαϊκισμός.



