27 Ιουλίου, 2026
Expand search form

Ο περιηγητής, ο διαχειριστής και οι “δράκοι” του παραμυθιού της Αθήνας

Όλες οι κατηγορίες: ΑΘΗΝΑ , ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Κοινοποιήστε

Μιλώντας στον πρώην δήμαρχο, σε μια γλαφυρή αφήγησή του για το παρόν και το μέλλον της πρωτεύουσας, ο αθηνογράφος Νίκος Βατόπουλος αφήνει την “αυτοψία” των κακώς κειμένων έξω από το στούντιο, για να καταλήξει πως για όλα φταίμε εμείς οι πολίτες

Αν διοργανώναμε storytelling εκδηλώσεις για παιδιά και θέλαμε τους καλύτερους αφηγητές, δεν θα ψάχναμε μακριά. Το πλέον υπέροχο ντουέτο είναι ο πρώην δήμαρχος Αθήνας Κώστας Μπακογιάννης και ο δημοσιογράφος της Καθημερινής και συγγραφέας Νίκος Βατόπουλος. Ευχάριστες φωνές, με ωραία άρθρωση, στακάτη έκφραση, ισορροπημένο ρυθμό – ό,τι πρέπει για παραμύθι.

Κι έχουμε ζωντανό δείγμα από τον Ιούνιο, όταν ο πρώην δήμαρχος κάλεσε στο podcast του “Αθήνα 2050” τον δημοσιογράφο και ομολογουμένως σημαντικό αθηνογράφο της εποχής μας, να μιλήσουν για την πρωτεύουσα. Ήταν σα να ακούγαμε δύο ανθρώπους να διηγούνται το πιο ωραίο παραμύθι. Για τα σκουπίδια, την εγκατάλειψη, το παρκάρισμα, τις υποβαθμισμένες γειτονιές. Για όλα όσα, δηλαδή, θα όφειλε κανονικά να απαντήσει – κάτι – ένας άνθρωπος που διοικούσε την πόλη. 

Οι ανώνυμοι διαχειριστές της πόλης

Αυτό το podcast καταλήγει μια επιμελημένη άσκηση αυτοπαρουσίασης, στην οποία ο πολιτικός επιλέγει τον συνομιλητή, το πλαίσιο και τη θεματολογία, χωρίς να υποβάλλεται ο ίδιος σε κανέναν έλεγχο. Αποκαλυπτικό είναι το σημείο όπου ο κ. Βατόπουλος περιγράφει την οδό  Μιχαήλ Βόδα και τις γύρω συνοικίες. Μιλά για βρωμιά, έλλειψη φωτισμού και αστυνόμευσης, εγκατάλειψη υποδομών. «Δεν υπάρχει καμία πολιτική που εφαρμόζεται», λέει, «δεν υπάρχει κανένας που να σκέφτεται για αυτές τις περιοχές». Η κατάσταση αυτή «δεν περιποιεί τιμή ούτε στους διαχειριστές της πόλης».

Λογικά, η διαπίστωση περιλαμβάνει και τον άνθρωπο απέναντί του. Εκτός αν θεωρούμε ότι μέχρι το τέλος της θητείας Μπακογιάννη, που υπήρξε “διαχειριστής της πόλης” η Μιχαήλ Βόδα ήταν σε αρίστη κατάσταση. 

Η αιχμή όμως απορροφάται με χειρουργική ακρίβεια: ο πληθυντικός μένει απρόσωπος, η χρονική περίοδος δεν προσδιορίζεται ποτέ. Η κριτική επιτρέπεται, αρκεί να μην έχει συγκεκριμένο αποδέκτη.

Όπου η συζήτηση πλησιάζει επικίνδυνα την πολιτική ευθύνη, παρεμβαίνει σωτήρια η εθνική ψυχολογία. Η Αθήνα, μαθαίνουμε από τον κ. Βατόπουλο, «διατρανώνει την ατομικότητα των Ελλήνων», κινείται «στον αυτόματο πιλότο», ενώ «όσα στραβά έχουν γίνει στην Αθήνα… οφείλονται στους Έλληνες». Διατύπωση σχεδόν αυτομαστιγωτική. Στην πραγματικότητα είναι ό,τι πιο βολικό μπορεί να ακουστεί σε ένα podcast πρώην δημάρχου. Όταν φταίνε όλοι συλλογικά, δεν λογοδοτεί κανείς: εργολάβοι, υπουργοί, δήμαρχοι, περιφερειάρχες μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι με τους πολίτες, λες και όλοι εμείς οι Έλληνες εμπλεκόμαστε στις πολεοδομικές αποφάσεις, τους προϋπολογισμούς, τις δημοτικές υπηρεσίες και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Το 2050 ως άλλοθι για το 2019–2023

Κάπου στο μέσο της συζήτησης, ο κ. Βατόπουλος σημειώνει ότι χρειάζεται ένα συνεκτικό όραμα, «όπως δηλαδή για την Αθήνα του 2050. Αυτό μου αρέσει πάρα πολύ». Δηλαδή, ο καλεσμένος επικυρώνει επί λέξει τον τίτλο και το πολιτικό σήμα της εκπομπής στην οποία φιλοξενείται.

Η ρητορική του μακρινού μέλλοντος έχει πάντως ένα αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα για έναν πρώην δήμαρχο: μεταφέρει τη συζήτηση από το επαληθεύσιμο 2019–2023 στο ανεξέλεγκτο 2050. Για το 2050 μπορεί να οραματίζεται κανείς ελεύθερα. Για το 2019–2023 υπάρχουν πεπραγμένα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το αυτοκίνητο και ο δημόσιος χώρος, που συζητούνται στο podcast εκτενώς ως αφηρημένο, σχεδόν διαχρονικό πρόβλημα. 

Κι όμως, το ζήτημα (θα έπρεπε να) οδηγεί ευθέως στον Μεγάλο Περίπατο, την “εμβληματική” πρωτοβουλία της δημαρχίας Μπακογιάννη, την οποία ο ίδιος υπερασπίστηκε προσωπικά και για την οποία παραδέχθηκε το 2023 ότι θα την σχεδίαζε διαφορετικά. Στην εκπομπή, ο Μεγάλος Περίπατος και τα ξεραμένα δέντρα του δεν αναφέρονται ούτε μία φορά. Το μοναδικό πεδίο όπου ο οικοδεσπότης έχει ήδη κριθεί πολιτικά είναι και το μοναδικό που δεν αγγίζεται.

Όσα δεν χώρεσαν στα 40 λεπτά

Αν ο αθηνογράφος δεν ήταν τόσο… μειλίχιος με τον οικοδεσπότη του, θα μπορούσε ας πούμε να αναρωτηθεί, και να θίξει για παράδειγμα: 

Τα «σπιτάκια ανακύκλωσης» των 14 εκατομμυρίων, που φύτρωσαν επί δημαρχίας Μπακογιάννη σε πεζοδρόμια και πλατείες: κατασκευές που χρειάστηκαν ειδική νομοθετική ρύθμιση για να χωροθετηθούν, ενώ ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων είχε ζητήσει την απομάκρυνσή τους, με επανατοποθέτηση μόνο μετά από πλήρη αδειοδότηση, όπως για κάθε κατασκευή σε δημόσιο χώρο. Να θυμίσουμε ότι το θέμα με τα σπιτάκια ήταν στο στόχαστρο της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου εδώ και πάνω από ένα χρόνο, αλλά και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία σήμερα επεκτείνει τις έρευνες. Και σκάνδαλο και καταπάτηση δημόσιου χώρου, δηλαδή, από εκείνες ακριβώς που ο κ. Βατόπουλος κατά κανόνα εντοπίζει και στηλιτεύει.

Τα οικονομικά που παρέδωσε η τετραετία: σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η νυν δημοτική αρχή, ο Αναπτυξιακός Οργανισμός (πρώην ΕΑΤΑ) άφησε χρέη 3,6 εκατ. ευρώ, η Τεχνόπολη 1,4 εκατ., οι σχολικές επιτροπές 1,7 εκατ., ενώ γίνεται λόγος και για “υπέρογκη” εργολαβία πρασίνου 35 εκατ. ευρώ. Τα νούμερα αμφισβητούνται, φυσικά, από την παράταξη Μπακογιάννη. Αλλά σε ένα podcast για το μέλλον της πόλης, δεν χώρεσε ούτε ως ερώτηση το παρελθόν της.

Η «σκηνογραφία», που τόσο απασχολεί τον καλεσμένο στο Ψυρρή. Το εμβληματικότερο αισθητικό αποτύπωμα της τετραετίας υπήρξε ένα χορηγούμενο σιντριβάνι στην Ομόνοια, που πρωτολειτούργησε στο lockdown (Μάιος 2020), με συνωστισμό που ανάγκασε τον ίδιο τον τότε δήμαρχο να παραδεχθεί: «τα άκουσα κανονικά, κάναμε λάθος»

Αυτοψία μόνο έξω από το στούντιο

Η επιείκεια προς τον πρώην δήμαρχο φαίνεται να είναι γνώριμη στο μέσο όπου αρθρογραφεί ο κ. Βατόπουλος. Στις 4 Δεκεμβρίου 2025, η Καθημερινή δημοσιεύει άρθρο με τίτλο «Το τέλος των άλλοθι» για το έργο της Βασιλίσσης Όλγας, που παραμένει ανολοκλήρωτο, αναζητώντας υπευθύνους. Στην πρώτη εκδοχή, όπως παραμένει στην ψηφιακή της μορφή, το κείμενο καταλήγει με «λάθη και εμμονές του παρελθόντος» που «δεν μπορούν να ταλαιπωρούν τους Αθηναίους πολίτες επ’ άπειρον». Αναφορά που δείχνει προς την πολιτική (και) του πρώην δημάρχου και της κυβέρνησης για την πεζοδρόμηση της Βασιλίσσης Όλγας. Στη δεύτερη εκδοχή, τα βέλη στρέφονται αποκλειστικά κατά της νυν δημοτικής αρχής. Το «παρελθόν», με τα «λάθη» και τις «εμμονές» του, ως δια μαγείας, εξαφανίστηκε από το κείμενο (όπως ο Μεγάλος Περίπατος από το podcast). Πώς και γιατί άλλαξε η κατάληξη ενός κύριου άρθρου, δεν το γνωρίζουμε… Γνωρίζουμε μόνο ποιον έπαψε να ενοχλεί.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καλεσμένος δεν μπορεί, έστω από τακτ, να ενοχλήσει τον οικοδεσπότη του. Το ουσιώδες εργαλείο της δουλειάς του – η αυτοψία – μένει έξω από το στούντιο του podcast: «Μ’ αρέσει όταν μιλάω για κάτι να ξέρω τι λέω». Όμως, ο άνθρωπος που περπατά την πόλη για να διαπιστώσει την εγκατάλειψη, όταν βρίσκεται απέναντι σε εκείνον που την διοίκησε, δεν χρειαζόταν καν να περπατήσει. Καθόταν στο διπλανό μικρόφωνο. 

Αρκούσε μία ερώτηση από τον έγκριτο δημοσιογράφο που, κατά τα άλλα από τις στήλες της εφημερίδας του, μια χαρά ξέρει να ζητά λογαριασμό. Μια χαρά θυμάται να γκρινιάξει στα κείμενά του για την «άθλια» – όπως λέει – κατάσταση του Ζαππείου, να ασκήσει δηκτική – και εύλογη – κριτική στην Επιτροπή Ολυμπίων και Ζαππείου (που βρίσκεται υπό την εποπτεία του ΥπΟικ.), να ζητήσει «διαφάνεια και λογοδοσία» για τη χρήση των δημόσιων χώρων της πόλης. Και που μέσα στις αντιφάσεις του, τον ενοχλούν οι «ψηλές», «άχαρες» και «γκρίζες πολυκατοικίες» της Αρδηττού αλλά όχι ο ουρανοξύστης του Ελληνικού, διαμαρτυρόμενος μάλιστα ότι η Ελλάδα είναι «ίσως η μοναδική [χώρα] χωρίς ψηλά κτίρια»(!).

Ένας Μεγάλος ρομαντικός Περίπατος

Το ομολογούν και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του. «Θέλει παραμύθι η Αθήνα», λέει ο κ. Βατόπουλος στο φινάλε. «Θέλει μια αφήγηση», μια «πιο φωτεινή εκδοχή της πόλης». Και ο οικοδεσπότης επικυρώνει.

Με έναν πάρα πολύ κομψό, ευέλικτο τρόπο, ο κ. Βατόπουλος προσέφερε εξαιρετική υπηρεσία προς τον πρώην δήμαρχο. Όσο τον είχε μπροστά του, βάπτισε την κακοδιοίκηση κακοδαιμονία, μπέρδεψε την κριτική με το αυτομαστίγωμα, παρανόησε την κοινωνική αντίσταση ως κυνισμό, ξέχασε την ανάγκη λογοδοσίας στο όνομα της “σύνθεσης” και της “φωτεινής” ιστορίας. Ο καθένας, από την πολυτέλεια της απόστασης που του δίνει η θέση του, έχει υπερβεί τα μικρά και μίζερα προβλήματα αυτής της πόλης, και αμφότεροι οργανώνουν ρομαντικές συζητήσεις για το πώς θα μπορούσε να είναι σε 24 χρόνια. Φοβερά βολικό, σαν τα καυτά παγκάκια που ξηλώθηκαν μαζί με το Μεγάλο Περίπατο.

Προηγούμενο Άρθρο

Συμφωνία για drones επιδιώκει ο Ζελένσκι στη συνάντηση με τον Άντι Μπέρναμ

Επόμενο Άρθρο

Φόρος δωρεάς και πρόστιμο στο χαρτζιλίκι του παππού πλήρωσε φοιτήτρια

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Κόντρα Δούκα – Υπ.Πο για άνοιγμα Β.Ολγας – Γραμματικογιάννης: “Οι μάσκες έπεσαν”

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΜε αιχμηρή δημόσια τοποθέτηση, ο Αντιδήμαρχος Υποδομών του Δήμου Αθηναίων, Ανδρέας Γραμματικογιαννης, στηρίζει ανοιχτά τη δημοτική αρχή του Χάρη Δούκα […]

Δείτε live την Υποδοχή του 2026 από την Πλατεία Συντάγματος

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΗ Αθήνα μετρά αντίστροφα και δίνει ραντεβού για το πιο εορταστικό καλωσόρισμα της νέας χρονιάς. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο […]

Χάρης Δούκας στην εκπομπή Επί του Πιεστηρίου στο Kontra: «Δεν μπορεί η Αθήνα να γίνει ένα απέραντο Mall»

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΣτην εκπομπή « Επί του πιεστηρίου» του Kontra Channel εμφανίστηκε ο υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας. Στην παρέμβασή του εξήγησε […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *