Ένοχος κρίθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου ο 44χρονος οδηγός που ενεπλάκη στο θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα με θύματα μία μητέρα και την κόρη της, για την απόπειρα αφαίρεσης του καταγραφέα δεδομένων («εγκεφάλου») του οχήματος, ενώ εκκρεμούσε η πραγματογνωμοσύνη των αρμόδιων αρχών.
Το δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δύο ετών και τεσσάρων μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 15 ευρώ ημερησίως, ενώ η έφεση που άσκησε έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με πληροφορίες της dimokratiki.gr, ο 44χρονος, λίγο μετά την αποφυλάκισή του τον Μάιο του 2025, φέρεται να επικοινώνησε επανειλημμένα με εργαζόμενο της εταιρείας όπου φυλασσόταν η μοιραία BMW, ζητώντας την αφαίρεση του καταγραφέα από το όχημα. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες τόσο τηλεφωνικά όσο και μέσω γραπτών μηνυμάτων.
Ο εργαζόμενος, ωστόσο, αρνήθηκε να προχωρήσει στην ενέργεια αυτή και ενημέρωσε τόσο την επιχείρηση όσο και την Τροχαία Ρόδου. Στη συνέχεια, ο 44χρονος φέρεται να επιχείρησε να προσεγγίσει και δεύτερο εργαζόμενο της εταιρείας, χωρίς όμως να επιτύχει τον σκοπό του.
Οι Αρχές θεωρούν τον καταγραφέα κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο για τη διερεύνηση των συνθηκών του δυστυχήματος, καθώς τα δεδομένα του ενδέχεται να αποκαλύψουν σημαντικές πληροφορίες, όπως η ταχύτητα του οχήματος πριν από τη σύγκρουση.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι δεν επιδίωκε την αφαίρεση ή την καταστροφή του καταγραφέα, αλλά την προστασία του. Όπως ισχυρίστηκε, μετά την αποφυλάκισή του είχε λάβει ειδοποιήσεις μέσω της εφαρμογής του οχήματος για σοβαρές βλάβες και πιθανό κίνδυνο ανάφλεξης.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι επιθυμούσε μόνο τη μεταφορά του καταγραφέα σε ασφαλέστερο σημείο εντός του ίδιου χώρου φύλαξης και ότι δεν είχε ενημερωθεί για οποιαδήποτε κατάσχεση ή απαγόρευση πρόσβασης στο όχημα. Το δικαστήριο δεν έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς του και τον έκρινε ένοχο.


