Η πρόσφατη τοποθέτηση του βουλευτή Νότιας Αθήνας του ΠΑΣΟΚ, Παύλου Χρηστίδη, στον Real FM και την εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου, δεν άφησε κανένα περιθώριο για παρερμηνείες ή επικοινωνιακούς ελιγμούς.
Το «όχι» στη μετεκλογική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία διατυπώθηκε με τρόπο απόλυτο, εδραιωμένο σε λόγους βαθιά πολιτικούς και αξιακούς. Για τον Παύλο Χρηστίδη, το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί και δεν πρέπει να ταυτιστεί με τη διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ειδικά μετά από επτά χρόνια επιλογών που έχουν διαμορφώσει μια πραγματικότητα ξένη προς τις προοδευτικές αρχές της παράταξης.
Η επιχειρηματολογία του βουλευτή δεν ήταν ένας τακτικισμός της στιγμής, αλλά η περιγραφή μιας στρατηγικής σύγκρουσης δύο διαφορετικών κόσμων. Ο Χρηστίδης μίλησε για μια εντελώς διαφορετική αντίληψη ως προς τους θεσμούς, τη λειτουργία του κράτους και τη στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αναφορά του στην αγωνία της κοινωνίας για την επομένη του 2028, όταν το Ταμείο Ανάκαμψης θα πάψει να αποτελεί το δημοσιονομικό στήριγμα της χώρας. Με αυτή την τοποθέτηση, αναδεικνύεται ότι η απόσταση από τη σημερινή κυβερνητική πρακτική δεν είναι απλώς ρητορική, αλλά δομική.
Σε αυτό ακριβώς το πολιτικό περιβάλλον, η πρόταση του Δημάρχου Αθηναίων, Χάρη Δούκα, για ένα ρητό ψήφισμα στο επικείμενο συνέδριο που θα αποκλείει κάθε μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ, αποκτά πλέον μια αδιαμφισβήτητη δυναμική. Η παρέμβαση του κ. Δούκα δεν εμφανίζεται πλέον ως μια εσωκομματική αιχμή, αλλά ως η αναγκαία θεσμική θωράκιση μιας ήδη διαμορφωμένης πολιτικής θέσης. Όταν ο Χρηστίδης σημειώνει ότι «δεν νομίζω ότι χωρά οποιαδήποτε συζήτηση», ουσιαστικά επικυρώνει το περιεχόμενο της γραμμής που ο Χάρης Δούκας ζητεί να κατοχυρωθεί με επίσημη απόφαση οργάνου.
Η παρατήρηση ότι τα συνέδρια δεν προορίζονται μόνο για χειροκροτήματα και ότι οι αλήθειες είναι απαραίτητες για την υγεία του κόμματος, αποτελεί μια σημαντική θεσμική παραδοχή. Οι πολιτικές δεσμεύσεις οφείλουν να καταγράφονται με σαφήνεια και να μην αιωρούνται ως απλές προθέσεις. Στη σημερινή συγκυρία, όπου η κοινωνία δοκιμάζεται από την ακρίβεια και την αβεβαιότητα, η ασάφεια δεν λειτουργεί ως διπλωματικό πλεονέκτημα, αλλά ως κίνδυνος για την αξιοπιστία της παράταξης.
Στη συζήτηση με τον Αντώνη Δελλατόλα, τέθηκε το κρίσιμο ερώτημα: Εφόσον η πλειοψηφία των στελεχών και της βάσης λέει «όχι», γιατί να μη ληφθεί μια ρητή και δεσμευτική απόφαση; Η απάντηση ότι αυτή η αντίληψη θα αποτυπωθεί στο συνέδριο δείχνει ότι η συζήτηση είναι πλέον ώριμη. Παρότι ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει διατυπώσει επανειλημμένα το δικό του «όχι», το ζήτημα μετατοπίζεται πλέον από το αν υπάρχει η θέση στο αν αυτή η θέση θα αποκτήσει δεσμευτικό χαρακτήρα για την επόμενη μέρα.
Η παρέμβαση του Χάρη Δούκα συνιστά ένα αίτημα για απόλυτη στρατηγική σαφήνεια. Η τοποθέτηση του Παύλου Χρηστίδη ενισχύει αντικειμενικά αυτή την κατεύθυνση, καθώς αναδεικνύει ότι το ΠΑΣΟΚ οφείλει να διατυπώνει τις γραμμές του χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις. Αν το συνέδριο μετατρέψει τη διακηρυγμένη θέση σε ρητή απόφαση, η παράταξη θα έχει κάνει ένα άλμα θεσμικής συνέπειας. Αν όχι, η αμφισημία θα παραμείνει ανοικτή, πλήττοντας τη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες που αναζητούν καθαρές απαντήσεις και δεσμεύσεις.



