Στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αναμένεται να καθίσουν τον προσεχή Δεκέμβριο οι τέσσερις επιχειρηματίες που πρωτόδικα καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές για την πολύκροτη υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών.
Δέκα μήνες μετά την έκδοση της ιστορικής απόφασης από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, η δικαιοσύνη καλείται πλέον σε δεύτερο βαθμό να εξετάσει τις εφέσεις των κατηγορουμένων. Οι ίδιοι συνεχίζουν να αρνούνται κάθε εμπλοκή, παρά το γεγονός ότι στην πρώτη δίκη κρίθηκαν ένοχοι χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικών, σε μια διαδικασία που έφερε στο φως πλήθος επιβαρυντικών στοιχείων υπό την προεδρία του Νίκου Ασκιανάκη και την εισαγγελική πρόταση του Δημήτρη Παυλίδη.
Ο Κίνδυνος της Παραγραφής και οι Νέες Έρευνες
Παράλληλα με τη δευτεροβάθμια δίκη, οι δικαστικές αρχές εστιάζουν στην ολοκλήρωση δύο ακόμη κρίσιμων μετώπων της ίδιας υπόθεσης, καθώς παραμένει υπό διερεύνηση το αδίκημα της κατασκοπείας αλλά και ο ρόλος εννέα συνεργατών που φέρονται να συνεπικούρησαν τους επιχειρηματίες. Η επισήμανση της πολιτικής αγωγής είναι σαφής, καθώς ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της αλήθειας και υπάρχει έντονη ανησυχία ότι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των ερευνών μπορεί να οδηγήσει ορισμένες πράξεις στην παραγραφή. Κάτι τέτοιο θα άφηνε σημαντικά κενά στην απόδοση ευθυνών για μια υπόθεση που πλήττει τον πυρήνα του κράτους δικαίου και τους θεσμούς, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ταχεία ολοκλήρωση του δικαστικού έργου.
Οι Ποινές και το Διακύβευμα
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν εξαιρετικά αυστηρή, επιβάλλοντας συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών στον καθένα, με την εκτιτέα ποινή να ορίζεται στα 8 έτη λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα των πράξεων. Εάν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο επικυρώσει την απόφαση τον ερχόμενο Δεκέμβριο, οι καταδικασθέντες θα βρεθούν αντιμέτωποι με την άμεση έκτιση των ποινών τους, επισφραγίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη δικαστική κρίση για την παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών.



