Η δεύτερη ψηφοφορία δεν καθορίζει μόνο ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν, αλλά και ποια κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα ελέγξει το τελικό τους περιεχόμενο μετά τις εθνικές εκλογές
Στη δεύτερη και καθοριστική ψηφοφορία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση προχωρά σήμερα, Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου, η Ολομέλεια της Βουλής. Η ειδική συνεδρίαση έχει προγραμματιστεί για τις 10:00 και αποτελεί το τελευταίο βήμα της σημερινής προαναθεωρητικής Βουλής, πριν η διαδικασία περάσει στο Κοινοβούλιο που θα προκύψει από τις επόμενες εθνικές εκλογές.
Στην πραγματικότητα, η σημερινή Βουλή δεν αποφασίζει ακόμη το τελικό περιεχόμενο των συνταγματικών αλλαγών. Αποφασίζει ποιες διατάξεις θεωρούνται αναθεωρητέες και με ποια πλειοψηφία θα πρέπει να εγκριθεί η νέα διατύπωσή τους από την επόμενη Βουλή.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο αριθμός 180 αποκτά τόσο μεγάλη πολιτική σημασία.
Πώς λειτουργεί η διαδικασία
Το άρθρο 110 του Συντάγματος προβλέπει μια διαδικασία δύο διαφορετικών κοινοβουλευτικών περιόδων, ώστε καμία περιστασιακή κυβερνητική πλειοψηφία να μην μπορεί να αλλάξει μόνη της τον θεμελιώδη νόμο της χώρας.
Η σημερινή Βουλή χαρακτηρίζεται προαναθεωρητικής. Αποφασίζει, σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον έναν μήνα, ποιες συνταγματικές διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν.
Η επόμενη Βουλή θα είναι η αναθεωρητική. Εκείνη θα διαμορφώσει και θα ψηφίσει το τελικό περιεχόμενο των αλλαγών.
Η κρίσιμη λεπτομέρεια βρίσκεται στην αντιστροφή των απαιτούμενων πλειοψηφιών:
Εάν μια πρόταση συγκεντρώσει σήμερα τουλάχιστον 180 ψήφους, η επόμενη Βουλή θα μπορεί να την αναθεωρήσει με την απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών.
Εάν συγκεντρώσει από 151 έως 179 ψήφους, για την τελική αναθεώρηση θα απαιτούνται τουλάχιστον 180 ψήφοι στην επόμενη Βουλή.
Επομένως, η σημερινή ψηφοφορία δεν κρίνει μόνο αν μια διάταξη θα ανοίξει προς αναθεώρηση. Κρίνει και πόσο ευρεία συναίνεση θα χρειαστεί μετά τις εκλογές για να αλλάξει πραγματικά.
Η ειδική συνεδρίαση και η δεύτερη ψηφοφορία επιβεβαιώνονται από την επίσημη ημερήσια διάταξη της Βουλής.
Στο επίκεντρο η ευθύνη των υπουργών
Στην πρώτη γραμμή της πολιτικής συζήτησης βρίσκεται το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών. Η κυβέρνηση προτείνει να καταργηθεί η αρμοδιότητα της Βουλής να διενεργεί προανακριτική εξέταση για υπουργικά αδικήματα, ώστε η διερεύνηση να περνά περισσότερο στη Δικαιοσύνη.
Το άρθρο 86 έχει βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο της δημόσιας κριτικής, επειδή έχει συνδεθεί με την αίσθηση πολιτικής ατιμωρησίας και με κοινοβουλευτικές διαδικασίες που καθορίζονται από τον κομματικό συσχετισμό.
Η συζήτηση έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο βάρος μετά την υπόθεση των Τεμπών και τις έντονες κοινωνικές αντιδράσεις γύρω από τη διερεύνηση πιθανών πολιτικών και υπουργικών ευθυνών.
Η αναθεώρηση, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην αφαίρεση μιας αρμοδιότητας από τη Βουλή. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος μηχανισμός θα την αντικαταστήσει, ποιος θα αποφασίζει την έναρξη της έρευνας και ποιες εγγυήσεις θα υπάρχουν για την ανεξαρτησία, την ταχύτητα και τη διαφάνεια της διαδικασίας.
Δικαιοσύνη και επιλογή της ηγεσίας της
Ένα δεύτερο κρίσιμο πεδίο είναι ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Η κυβέρνηση προτείνει νέα διαδικασία με συμμετοχή ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής, με στόχο —όπως υποστηρίζει— να περιοριστεί η άμεση κυβερνητική επιρροή.
Το ζήτημα δεν είναι τεχνικό. Αφορά τον πυρήνα της διάκρισης των εξουσιών και την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη.
Η αλλαγή της διαδικασίας επιλογής δεν αρκεί από μόνη της για να εγγυηθεί την ανεξαρτησία. Απαιτούνται σαφή κριτήρια, διαφανείς ακροάσεις, ουσιαστικές πλειοψηφίες και θεσμικές δικλίδες που δεν θα επιτρέπουν απλώς τη μεταφορά του κυβερνητικού ελέγχου σε μια κοινοβουλευτική επιτροπή.
Μη κρατικά πανεπιστήμια και μονιμότητα στο Δημόσιο
Στο κυβερνητικό πακέτο περιλαμβάνεται επίσης η συνταγματική κατοχύρωση της λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων. Η συζήτηση συνδέεται με το άρθρο 16 και με τη μεγάλη πολιτική και νομική αντιπαράθεση που προκάλεσε η προηγούμενη νομοθετική επιλογή της κυβέρνησης να επιτρέψει τη λειτουργία παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων πριν από τη συνταγματική αλλαγή.
Η αναθεώρηση θα κρίνει αν το νέο εκπαιδευτικό τοπίο θα αποκτήσει σαφή συνταγματική βάση, αλλά και ποιο θα είναι το σύστημα αδειοδότησης, εποπτείας και διασφάλισης της ακαδημαϊκής ποιότητας.
Ακόμη εντονότερη αντιπαράθεση προκαλεί η πρόταση για την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την αλλαγή ως εργαλείο αξιολόγησης, λογοδοσίας και καλύτερης λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης.
Η αντιπολίτευση αντιτείνει ότι η μονιμότητα δεν αποτελεί προσωπικό προνόμιο του υπαλλήλου, αλλά θεσμική προστασία της διοίκησης απέναντι στις κομματικές απολύσεις και στις αλλαγές κυβερνήσεων. Συνεπώς, οποιαδήποτε μεταβολή πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρότερα —και όχι ασθενέστερα— συστήματα αξιοκρατικών προσλήψεων, αξιολόγησης και ανεξαρτησίας της δημόσιας υπηρεσίας.
Μία εξαετής θητεία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Στις υπό αναθεώρηση διατάξεις περιλαμβάνεται και η πρόταση για μία και μοναδική εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Η πρόταση επιδιώκει να αποσυνδέσει περισσότερο τον ανώτατο πολιτειακό θεσμό από τους κομματικούς και εκλογικούς κύκλους. Έχει όμως προκαλέσει επιφυλάξεις ακόμη και στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης. Στην πρώτη ψηφοφορία, η Ντόρα Μπακογιάννη επέλεξε το «παρών» στη συγκεκριμένη διάταξη.
Η στάση του ΠΑΣΟΚ
Το ΠΑΣΟΚ έχει επιλέξει να δηλώσει «παρών» σε διατάξεις για τις οποίες αναγνωρίζει την ανάγκη αναθεώρησης, αλλά διαφωνεί με την κατεύθυνση ή τη θεσμική αρχιτεκτονική που προτείνει η κυβέρνηση.
Η στάση αυτή έχει συγκεκριμένη κοινοβουλευτική συνέπεια. Εάν οι κυβερνητικές προτάσεις παραμείνουν κάτω από τις 180 ψήφους, η επόμενη Βουλή θα χρειαστεί αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών για να καθορίσει την τελική μορφή τους. Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη κυβέρνηση δεν θα μπορεί να διαμορφώσει μόνη της τις συνταγματικές αλλαγές, ακόμη και αν διαθέτει απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Το πολιτικό επιχείρημα του ΠΑΣΟΚ είναι ότι σημαντικές αλλαγές για τη Δικαιοσύνη, την ευθύνη υπουργών, την Παιδεία και τη δημόσια διοίκηση δεν πρέπει να «κλειδώσουν» από τη σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία. Πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ευρύτερης συνεννόησης μετά τις εκλογές.
Η κυβέρνηση, αντίθετα, μπορεί να υποστηρίξει ότι η άρνηση συναίνεσης μεταθέτει την τελική απόφαση σε μια εξαιρετικά δύσκολη πλειοψηφία 180 ψήφων και αυξάνει τον κίνδυνο να μην ολοκληρωθούν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Ποιος θα ελέγξει την επόμενη ημέρα
Η σημερινή ψηφοφορία αποτελεί επομένως μέρος και της προεκλογικής στρατηγικής των κομμάτων. Η σύνθεση της επόμενης Βουλής θα καθορίσει ποιος θα μπορεί να γράψει την τελική μορφή των νέων συνταγματικών διατάξεων.
Εάν ένα άρθρο περάσει σήμερα με 180 ψήφους, η μελλοντική κυβερνητική πλειοψηφία των 151 θα έχει πολύ μεγαλύτερο περιθώριο να διαμορφώσει μόνη της τη νέα διάταξη. Εάν παραμείνει στην περιοχή των 151–179 ψήφων, η τελική απόφαση θα απαιτεί συμφωνία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο η σημερινή ψηφοφορία είναι καθοριστική. Δεν κρίνει μόνο ποια άρθρα θα αλλάξουν. Κρίνει ποιος θα διαθέτει τη δύναμη να αποφασίσει πώς θα αλλάξουν.
Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν πρέπει, πάντως, να αντιμετωπιστεί ως αριθμητική άσκηση ή ως προέκταση της κομματικής αντιπαράθεσης. Αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας του πολιτεύματος: τη λογοδοσία των υπουργών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, την προστασία της δημόσιας διοίκησης και τη σχέση δημόσιου και μη κρατικού τομέα στην Παιδεία.
Η σημερινή Βουλή επιλέγει τις πόρτες που θα ανοίξουν. Η επόμενη θα αποφασίσει τι ακριβώς θα περάσει μέσα από αυτές.



