Η πρόθεση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει έναν ολοκληρωτικό οικονομικό αποκλεισμό στο Ιράν φέρνει την Ουάσιγκτον αντιμέτωπη με ένα τεράστιο γεωπολιτικό δίλημμα. Για να στραγγαλίσει πραγματικά τις πηγές εσόδων της Τεχεράνης, ο Λευκός Οίκος καλείται να αποφασίσει αν θα συγκρουστεί ευθέως με την Κίνα, τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου. Η επιλογή αυτή εμπεριέχει το ρίσκο μιας νέας σοβαρής σύγκρουσης με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, ελάχιστες εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η κλιμάκωση της αμερικανικής ρητορικής αποτυπώνει την αποφασιστικότητα αλλά και τα στενά περιθώρια χειρισμών της Ουάσιγκτον. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, προανήγγειλε μια πρωτοφανή «οικονομική D-Day», επαναφέροντας το τελεσίγραφο της περιόδου μετά την 11η Σεπτεμβρίου: «ή είστε μαζί μας ή είστε εναντίον μας». Το μήνυμα προς τους εμπορικούς εταίρους του Ιράν είναι απόλυτο, καθώς η αμερικανική πλευρά διαμηνύει πως όποιος προσφέρει οικονομική ανάσα στην Τεχεράνη θα βρεθεί αντιμέτωπος με βαρύτατες συνέπειες, από το λαθρεμπόριο πετρελαίου και τις μεταφορές μετρητών μέχρι τα ναυτολόγια και τις εταιρείες-βιτρίνες.
Ωστόσο, η πραγματική δοκιμασία αυτής της στρατηγικής κρίνεται στο Πεκίνο, το οποίο απορροφά το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Μέχρι στιγμής, η Ουάσιγκτον έχει αποφύγει να στοχοποιήσει τις μεγάλες κινεζικές τράπεζες που χρηματοδοτούν αυτές τις συναλλαγές. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να εκτροχιάσει την εύθραυστη εμπορική εκεχειρία των δύο υπερδυνάμεων. Παράλληλα, το Πεκίνο δεν διατίθεται να επιτρέψει στις ΗΠΑ να υπαγορεύουν την εξωτερική του πολιτική, ενώ ενδεχόμενα κινεζικά αντίμετρα θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρούς τριγμούς στην αμερικανική οικονομία και το κόστος διαβίωσης, ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Η πίεση εκτείνεται και σε άλλους εμπορικούς εταίρους, όπως η Τουρκία και η Ινδία, την ώρα που τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν ήδη τη διακοπή των οικονομικών δεσμών με το Ιράν. Παρ’ όλα αυτά, η πολυετής εμπειρία της Τεχεράνης στην παράκαμψη των κυρώσεων, σε συνδυασμό με τα βαθιά ριζωμένα χερσαία εμπορικά δίκτυα της περιοχής, καθιστά εξαιρετικά αμφίβολη την πλήρη απομόνωσή της χωρίς την ύπαρξη ενός ευρύτατου διεθνούς συνασπισμού.
Σε ένα τοπίο όπου οι αεροπορικές επιδρομές και οι δεκαετίες κυρώσεων δεν έχουν εξαναγκάσει την ιρανική ηγεσία σε υποχώρηση, η αμερικανική στρατηγική φθάνει στα όριά της. Η αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιορκίας δεν θα κριθεί από τις δημόσιες προειδοποιήσεις, αλλά από το κατά πόσο ο Λευκός Οίκος είναι διατεθειμένος να περάσει από τις απειλές στην πράξη, αναλαμβάνοντας το τεράστιο κόστος μιας ευθείας οικονομικής αναμέτρησης με την Κίνα.



