24 Σεπτεμβρίου, 2026
Expand search form

Η ενεργειακή κρίση δεν τελείωσε: πώς το νέο κύμα καυσίμων τρώει εισόδημα και ανάπτυξη

Όλες οι κατηγορίες: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κοινοποιήστε

Άνοδος 23,8% στα καύσιμα της ΕΕ και 16% στην Ελλάδα – Η νέα πίεση περνά από τις αντλίες στον οικογενειακό προϋπολογισμό, στις μεταφορές και στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Η ενεργειακή κρίση επιστρέφει στην ευρωπαϊκή οικονομία από μια γνώριμη αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνη διαδρομή: τις τιμές των καυσίμων.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, οι τιμές των καυσίμων και των λιπαντικών για ιδιωτικά μέσα μεταφοράς αυξήθηκαν τον Αύγουστο του 2026 κατά 23,8% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025. Η επιτάχυνση είναι εντυπωσιακή, καθώς η ετήσια αύξηση είχε διαμορφωθεί στο 13,7% τον Ιούνιο και στο 16,9% τον Ιούλιο.

Στην Ελλάδα, η αντίστοιχη αύξηση υπολογίζεται περίπου στο 16%. Μπορεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παραμένει όμως αρκετά μεγάλη ώστε να δημιουργεί νέα πίεση στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις, την ώρα που το διαθέσιμο εισόδημα δοκιμάζεται ήδη από το κόστος στέγασης, τροφίμων και εξυπηρέτησης δανείων.

Τα στοιχεία δεν αποτυπώνουν το σύνολο του ενεργειακού κόστους, αλλά τη συγκεκριμένη κατηγορία καυσίμων και λιπαντικών που χρησιμοποιούνται στις ιδιωτικές μεταφορές. Δεν περιλαμβάνουν, επομένως, το σύνολο των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου ή πετρελαίου θέρμανσης. Αποκαλύπτουν, όμως, πόσο γρήγορα το νέο διεθνές ενεργειακό σοκ περνά στην καθημερινή μετακίνηση.

Η άνοδος εξαπλώνεται σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη

Οι τιμές αυξήθηκαν σε 26 από τα 27 κράτη-μέλη, ενώ σε 18 χώρες η ετήσια άνοδος ξεπέρασε το 20%. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν στη Βουλγαρία (34,5%), στη Λιθουανία (28,8%), στη Φινλανδία (27,6%), στη Γερμανία (27,5%) και στη Γαλλία (27,4%).

Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στην ετήσια σύγκριση. Μέσα σε μόλις έναν μήνα, από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο, η τιμή του diesel στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 8,3% και της βενζίνης κατά 3,3%. Στην Ελλάδα, η αντίστοιχη μηνιαία αύξηση υπολογίζεται σε 6,4% για το diesel και 1,9% για τη βενζίνη.

Η μεγαλύτερη μεταβολή στο diesel έχει ιδιαίτερη οικονομική σημασία. Δεν αφορά μόνο τους ιδιώτες οδηγούς, αλλά και τις εμπορευματικές μεταφορές, τη διανομή προϊόντων, τα αγροτικά μηχανήματα και ένα σημαντικό μέρος της επαγγελματικής δραστηριότητας.

Ο λογαριασμός περνά στα νοικοκυριά

Για ένα νοικοκυριό που χρησιμοποιεί καθημερινά αυτοκίνητο, η αύξηση της τιμής των καυσίμων λειτουργεί ουσιαστικά σαν ένας πρόσθετος ανελαστικός λογαριασμός. Η μετακίνηση προς την εργασία, το σχολείο ή τις βασικές υπηρεσίες δεν μπορεί εύκολα να περιοριστεί, ιδιαίτερα σε περιοχές χωρίς πυκνό δίκτυο δημόσιων συγκοινωνιών.

Η επιβάρυνση είναι πιθανό να είναι μεγαλύτερη στην περιφέρεια, στα νησιά και στις περιαστικές περιοχές, όπου η εξάρτηση από το ιδιωτικό αυτοκίνητο είναι ισχυρότερη. Επομένως, ακόμη και αν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται, ένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος απορροφάται από τη μετακίνηση.

Η αύξηση κατά 16% σε μια κατηγορία καυσίμων δεν σημαίνει, βέβαια, ότι ο συνολικός οικογενειακός προϋπολογισμός αυξάνεται κατά το ίδιο ποσοστό. Το πραγματικό αποτέλεσμα εξαρτάται από την κατανάλωση κάθε νοικοκυριού. Ωστόσο, για εργαζομένους που διανύουν μεγάλες αποστάσεις, επαγγελματίες και οικογένειες με δύο οχήματα, η απώλεια διαθέσιμου εισοδήματος μπορεί να γίνει ιδιαίτερα αισθητή.

Από τις αντλίες στις τιμές των προϊόντων

Το δεύτερο κύμα επιβάρυνσης περνά από τις επιχειρήσεις. Όταν αυξάνεται το diesel, ακριβαίνουν οι μεταφορές πρώτων υλών και προϊόντων, η τροφοδοσία των καταστημάτων και οι υπηρεσίες διανομής.

Οι επιχειρήσεις βρίσκονται μπροστά σε δύο επιλογές: είτε να μεταφέρουν μέρος του κόστους στις τελικές τιμές είτε να το απορροφήσουν περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους τους. Στην πρώτη περίπτωση πιέζεται ο καταναλωτής. Στη δεύτερη επιβαρύνεται η ρευστότητα, ιδιαίτερα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.

Η πίεση αυτή αναμένεται να εμφανιστεί πρώτα σε κλάδους όπως οι οδικές και εμπορευματικές μεταφορές, η αγροτική παραγωγή, η βιομηχανία τροφίμων, οι κατασκευές, το λιανεμπόριο και οι διανομές, καθώς και ο τουρισμός με τις μετακινήσεις προς νησιωτικούς προορισμούς.

Η μετάδοση δεν γίνεται αυτόματα ούτε με την ίδια ένταση σε όλα τα προϊόντα. Όσο περισσότερο, όμως, διαρκεί το σοκ, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τις επιχειρήσεις να το απορροφούν χωρίς αυξήσεις τιμών, αναβολή επενδύσεων ή περιορισμό προσλήψεων.

Ο κίνδυνος για ανάπτυξη και εμπορικό ισοζύγιο

Για μια χώρα με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση από εισαγωγές, η άνοδος των διεθνών τιμών έχει και ευρύτερη μακροοικονομική επίπτωση. Αυξάνει το κόστος των εισαγωγών, επιβαρύνει το εμπορικό ισοζύγιο και αφαιρεί πόρους που διαφορετικά θα κατευθύνονταν στην κατανάλωση ή στις επενδύσεις.

Το νέο ενεργειακό κύμα μπορεί επίσης να διατηρήσει τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Εάν οι αυξήσεις περιοριστούν στα καύσιμα και αποδειχθούν προσωρινές, η συνολική επίπτωση μπορεί να παραμείνει ελεγχόμενη. Εάν όμως μεταδοθούν σε μεταφορές, προϊόντα και υπηρεσίες, τότε δημιουργείται ευρύτερο πληθωριστικό πρόβλημα.

Σε αυτή την περίπτωση, η πίεση δεν περιορίζεται στις τιμές. Μπορεί να επηρεάσει και την πορεία των επιτοκίων, διατηρώντας υψηλό το κόστος χρηματοδότησης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Έτσι σχηματίζεται ένας δυσμενής κύκλος: ακριβότερη ενέργειαυψηλότερο κόστος μεταφορών και παραγωγήςνέες ανατιμήσειςλιγότερο πραγματικό εισόδημαακριβότερη χρηματοδότηση και χαμηλότερη ανάπτυξη.

Το δύσκολο δίλημμα των παρεμβάσεων

Η νέα άνοδος επαναφέρει τη συζήτηση για μειώσεις έμμεσων φόρων ή στοχευμένα μέτρα στήριξης. Οι οριζόντιες μειώσεις μπορούν να έχουν μεγάλο δημοσιονομικό κόστος, χωρίς να είναι δεδομένο ότι το σύνολο της ελάφρυνσης θα περάσει στον καταναλωτή. Από την άλλη πλευρά, η απουσία παρέμβασης αφήνει εκτεθειμένους όσους εξαρτώνται περισσότερο από το αυτοκίνητο και τις μικρές επιχειρήσεις με υψηλό μεταφορικό κόστος.

Μια περισσότερο στοχευμένη πολιτική θα μπορούσε να δίνει προτεραιότητα στις επαγγελματικές μεταφορές, στην αγροτική παραγωγή, στους εργαζομένους που μετακινούνται καθημερινά σε μεγάλες αποστάσεις και στα ευάλωτα νοικοκυριά. Παράλληλα, απαιτείται εντατικότερος έλεγχος της αγοράς, ώστε οι διεθνείς αυξήσεις να μη χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για δυσανάλογες ανατιμήσεις.

Η κρίση άλλαξε μορφή — δεν εξαφανίστηκε

Η Ευρώπη μπορεί να έχει απομακρυνθεί από τις ακραίες τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας των προηγούμενων ετών, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ενεργειακή κρίση τελείωσε. Απλώς αλλάζει μορφή.

Το νέο κύμα περνά περισσότερο από τα καύσιμα, τις μεταφορές, το κόστος παραγωγής και τις εισαγωγές. Είναι λιγότερο θεαματικό από μια απότομη έκρηξη των λογαριασμών ρεύματος, αλλά μπορεί να αποδειχθεί εξίσου διαβρωτικό: αφαιρεί σταδιακά εισόδημα από τα νοικοκυριά, ρευστότητα από τις επιχειρήσεις και δυναμική από την οικονομία.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο θα διαρκέσει η άνοδος στις αντλίες. Είναι αν θα προλάβει να περάσει στον υπόλοιπο πληθωρισμό προτού υποχωρήσει. Διότι τότε ο λογαριασμός δεν θα βρίσκεται μόνο στο πρατήριο καυσίμων, αλλά στις τιμές των προϊόντων, στα επιτόκια και τελικά στον ρυθμό ανάπτυξης.

Προηγούμενο Άρθρο

Ο ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ: Ο Ταχιάος «άδειασε» τον Μπακογιάννη, ο Άδωνις ξέφυγε και στη ΝΔ μετράνε τους 151

Επόμενο Άρθρο

ΝΔ-Ασυλία για τους «δικούς μας»: Δύο μέτρα και δύο σταθμά στη Βουλή

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

To μεγάλο «ριφιφί» κρυπτονομισμάτων 1,5 δισ. στο Ντουμπάι

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΤα… απόνερα μυθιστορηματικής κλοπής κρυπτονομισμάτων αξίας 1,5 δισεκατομμυρίου, που φέρεται ότι, διαπράχτηκε στο Ντουμπάι από Βορειοκορεάτες χάκερς, έφτασαν μέχρι την Αθήνα και […]

Καμπανάκι από τους εξαγωγείς για ανεπαρκείς ελέγχους στη διακίνηση φρούτων και λαχανικών

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΑνεπάρκεια ελέγχων και αδυναμία να εντοπιστούν οι ποσότητες με τα ατυποποίητα φρούτα και λαχανικά, που διακινούνται στην εγχώρια και ξένη […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *