Η εμφάνιση του Μαργαρίτη Σχοινά χθες στη Βουλή, έμελλε να προκαλέσει ισχυρούς πολιτικούς κραδασμούς, όχι στα έδρανα της αντιπολίτευσης, αλλά στο εσωτερικό της ίδιας του της παράταξης.
Στην πολιτική σκηνή είναι σύνηθες οι νέοι υπουργοί να τηρούν κάποιες διακριτικές αποστάσεις από τα πεπραγμένα των προκατόχων τους, ωστόσο η ρητορική που επέλεξε ο νυν υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, συνιστώντας ένα επικό και αδιαπραγμάτευτο «άδειασμα» όλων των προηγούμενων «γαλάζιων» στελεχών που πέρασαν από τη συγκεκριμένη θέση.
Παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τον απόλυτο αρχάγγελο της κάθαρσης, ο υπουργός ουσιαστικά διακήρυξε πως η διαφανής και νόμιμη ιστορία του υπουργείου ξεκινάει πλέον από το μηδέν, δηλαδή αποκλειστικά από την ημέρα της δικής του ανάληψης των καθηκόντων.
Οι δηλώσεις του από το βήμα της Βουλής υπήρξαν καταπελτικές και δεν άφησαν κανένα απολύτως περιθώριο παρερμηνείας. Η φράση του πως δεν πήγε στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης για να περνάει ύποπτες διατάξεις, αποτελεί μια ευθεία, θεσμική βολή προς το άμεσο κυβερνητικό παρελθόν.
Ξεκαθαρίζοντας, παράλληλα, με κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε ένα όριο επιλεξιμότητας, ούτε να νομιμοποιήσει μη δηλωμένες εκτάσεις ή εκτάσεις χωρίς πραγματική αγροτική δραστηριότητα, σκιαγράφησε μια προηγούμενη κατάσταση εκτεταμένης παρατυπίας ή τουλάχιστον πολιτικής ανοχής απέναντι σε αδιαφανείς πρακτικές.
Το αποκορύφωμα της τοποθέτησής του, υπογραμμίζοντας ότι οποιοσδήποτε έχει προβεί σε «ματσακονιές» θα συνεχίσει να ελέγχεται από τη Δικαιοσύνη υφιστάμενος τις συνέπειες, ολοκλήρωσε το αφήγημα της απόλυτης ρήξης με την πολιτική κληρονομιά των προκατόχων του.
Αυτή η επιλογή της μετωπικής σύγκρουσης, ωστόσο, έχει βαθύτατες προεκτάσεις, καθώς εκθέτει ανεπανόρθωτα όχι μόνο τους πέντε ή έξι προηγούμενους υπουργούς της ίδιας κυβέρνησης, αλλά και το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου.
Όταν ένας εν ενεργεία υπουργός καταγγέλλει εμμέσως πλην σαφώς ότι στο δικό του χαρτοφυλάκιο κυοφορούνταν μέχρι πρότινος «ύποπτες ρυθμίσεις» και νομιμοποιήσεις παρατυπιών, τα ερωτήματα που εγείρονται για την κεντρική πολιτική καθοδήγηση και την εποπτεία του κυβερνητικού έργου είναι αμείλικτα. Η επιλογή του να αγνοήσει πλήρως τους άγραφους κανόνες της κομματικής αλληλεγγύης και της πολιτικής συναδελφικότητας δημιουργεί ένα πρωτοφανές ρήγμα, μετατρέποντας τους πρώην ομοτράπεζούς του στο υπουργικό συμβούλιο σε αποδιοπομπαίους τράγους μιας διοικητικής κουλτούρας που ο ίδιος τώρα δηλώνει πως καλείται να πατάξει.
Πίσω από αυτή την ηχηρή επίδειξη πολιτικής αυστηρότητας, τα βαθύτερα κίνητρα φαίνεται να συνδέονται άρρηκτα με τον προεκλογικό αγώνα. Το άγχος της πολιτικής επιβίωσης και της εξασφάλισης της εκλογής στην απαιτητική περιφέρεια της Θεσσαλονίκης, φαίνεται πως ωθεί τον κύριο Σχοινά στη δημιουργία ενός ηγετικού, αυστηρού προφίλ που επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει το αίσθημα δικαίου των ψηφοφόρων.
Στην προσπάθειά του να αντλήσει εκλογικά οφέλη και να συσπειρώσει μια βάση που αποζητά νομιμότητα, επέλεξε συνειδητά να θυσιάσει την εσωκομματική ηρεμία. Το ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από την κυβερνητική παράταξη είναι εάν αυτή η ριψοκίνδυνη τακτική της ηθικής υπεροχής θα αποδώσει τελικά καρπούς στις κάλπες, ή εάν ο απόηχος αυτού του άνευ προηγουμένου «αδειάσματος» θα προκαλέσει μια εσωτερική θύελλα που θα αποβεί επιζήμια τόσο για τον ίδιο, όσο και για τη συνοχή του κόμματος.



