24 Μαΐου, 2026

Η Ανατροπή στην Ενημέρωση!

Expand search form

Ιστορία μιας «χαμένης ευκαιρίας»

Όλες οι κατηγορίες: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κοινοποιήστε

Υπήρχε άλλη οδός από το μνημόνιο ώστε να μην πέσει η χώρα στα βράχια της χρεοκοπίας; Ο Μιχάλης Σάλλας αποκαλύπτει στο νέο του βιβλίο τη λύση που είχε προτείνει

Υπήρχε άλλος δρόμος, ενδεχομένως λιγότερο επώδυνος για τη χώρα και την ελληνική κοινωνία, προτού η Ελλάδα βαδίσει στη μακρά οδό των μνημονίων; Και αν ναι, γιατί δεν επιλέγη; Ο Μιχάλης Σάλλας με την εμπειρία του ως οικονομολόγος, ακαδημαϊκός δάσκαλος, τραπεζίτης και επιχειρηματίας επιχειρεί, μεταξύ άλλων, να δώσει μια απάντηση και στα δύο ερωτήματα. Στο βιβλίο του «Τι πήγε λάθος στην Ελλάδα και τι θα μπορούσε να διορθωθεί», από το οποίο «Το Βήμα» δημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα, περιγράφει τη λύση την οποία είχε προτείνει και η οποία θα οδηγούσε στην αναχαίτιση της κρίσης και την αποφυγή του πρώτου μνημονίου του 2010. Στο απόσπασμα ο συγγραφέας επιρρίπτει στην τότε πολιτική ηγεσία έλλειψη επαγγελματισμού και αδυναμία καθαρής αντίληψης της κατάστασης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι «η δεκαετία της κρίσης δεν ήταν μοιραία. Ήταν αποτέλεσμα ανεπάρκειας και εσφαλμένων επιλογών, επιλογών που σημάδεψαν τη χώρα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο».

«Σήμερα, η ιστορική αποτίμηση του πρώτου μνημονίου αναγνωρίζει ότι αποτέλεσε λύση ανάγκης, σχεδιασμένη σε συνθήκες πίεσης, με ελλιπή κατανόηση των πραγματικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας. Στηρίχθηκε υπερβολικά στη λιτότητα, υποτίμησε το βάθος της ύφεσης και επέβαλε ρυθμό προσαρμογής που ξεπερνούσε τις κοινωνικές και διοικητικές αντοχές της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν μια προσαρμογή με υψηλό κόστος και μέτρια αποτελέσματα, η οποία άνοιξε τον δρόμο για τα επόμενα μνημόνια».

ΜΕΡΟΣ Δ, Κεφάλαιο Α1

Η απόρριψη της λύσης για την αντιμετώπιση της κρίσης

«Το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής κρίσης δεν ήταν ποτέ μόνο το ύψος του χρέους, ούτε η αδυναμία πρόσβασης στις αγορές. Ήταν κυρίως η αδυναμία του πολιτικού και διοικητικού συστήματος να κατανοήσει και να αναγνωρίσει ότι υπήρχε μια διαφορετική, απολύτως εφαρμόσιμη λύση που θα μπορούσε να αποτρέψει τη δεκαετή καταστροφή που ακολούθησε. Η λύση δεν ήταν θεωρητική, ούτε ουτοπική. Ήταν τεχνικά ρεαλιστική, διεθνώς δοκιμασμένη και χρονικά εφικτή, αρκεί να υπήρχε επαγγελματισμός και αποφασιστικότητα. Αυτό έλειψαν.

Από το τέλος του 2009 μέχρι τις αρχές του 2010 παρέμενε ανοιχτό ένα κρίσιμο παράθυρο ευκαιρίας. Η χώρα είχε ακόμη πρόσβαση στις αγορές, και μάλιστα τον Ιανουάριο του 2010 το Ελληνικό Δημόσιο είχε εκδώσει επιτυχώς νέο ομολογιακό δάνειο που υπερκαλύφθηκε, αποδεικνύοντας ότι η εμπιστοσύνη δεν είχε τελείως χαθεί. Σε αυτό το χρονικό διάστημα μπορούσε να οργανωθεί μια συγκροτημένη κίνηση άμυνας, ικανή να ανακόψει την κρίση χρέους πριν αυτή λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Η πρόταση ήταν απλή: η δημιουργία μιας εταιρείας ειδικού σκοπού (Special Purpose Vehicle, SPV) που θα συγκέντρωνε περιουσιακά στοιχεία του Ελληνικού Δημοσίου για πώληση ή για μακροχρόνια διαχείριση.

Η Ελλάδα διέθετε πλήθος αξιοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων. Ακίνητα για πώληση, δυνατότητα για παραχωρήσεις υποδομών, μεταβιβάσεις ή αντιπαροχές εκτάσεων, πωλήσεις κτιρίων, δυνατότητες νοσοκομειακών μονάδων για operating leasing. Όλα αυτά, σύμφωνα με τις αξίες εκείνης της περιόδου, μπορούσαν να αποτιμηθούν σε περίπου 65 δισ. ευρώ. Με τη μεταβίβασή τους στην εταιρεία ειδικού σκοπού, το Δημόσιο είχε τη δυνατότητα να ανταλλάξει τις μετοχές της εταιρείας με ομόλογα ίσης αξίας παλαιότερων εκδόσεων, που είχαν στα χαρτοφυλάκιά τους ελληνικές τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία. Η κίνηση αυτή θα οδηγούσε σε άμεση μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κάτω από το 100% και θα έστελνε ισχυρό μήνυμα βιωσιμότητας στις αγορές, επιτρέποντας στη χώρα να αναχαιτίσει την κρίση.

Η εφαρμογή του σχεδίου δεν απαιτούσε χρόνια, αλλά λίγους μήνες. Σε διάστημα δύο ή τριών μηνών θα μπορούσε να είχε οργανωθεί η βασική δομή και να είχαν ολοκληρωθεί οι βασικές μεταβιβάσεις αξιών. Δυστυχώς δεν έγινε καμία προσπάθεια, επικράτησε σύγχυση λόγω έλλειψης εμπειρίας. Οι αρμόδιοι δεν αντιλήφθηκαν το βάθος και την ταχύτητα της επερχόμενης κρίσης, ούτε τις συνέπειες της καθυστέρησης λήψης μέτρων. Παραπλανήθηκαν και από την επιτυχή έκδοση του ομολογιακού δανείου του Ιανουαρίου του 2010. Πάνω απ’ όλα, όμως, επικράτησε πολιτική άρνηση. Το σύνολο σχεδόν του πολιτικού συστήματος, ενδεχομένως, θεωρούσε ότι μια τέτοια πρωτοβουλία θα παρουσιαζόταν σαν ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, “ξεπούλημα των ασημικών του κράτους”. Έτσι, μια τεχνικά απλή και απολύτως αμυντική κίνηση απορρίφθηκε. Δυστυχώς στη συνέχεια, υπό την πίεση της τρόικας, πολλά από τα assets του Δημοσίου εκποιήθηκαν σε τιμές ευκαιρίας.

Αν η λύση είχε εφαρμοστεί στα τέλη του 2009 ή στις αρχές του 2010, η ελληνική οικονομία θα είχε ακολουθήσει μια εντελώς διαφορετική πορεία. Το ΑΕΠ του 2009 ήταν περίπου 237 δισ. ευρώ. Αν στη δεκαετία που ακολούθησε είχε επιτευχθεί ένας μέτριος ρυθμός αύξησης 1% τον χρόνο, το ΑΕΠ του 2019 θα ξεπερνούσε τα 250 δισ. ευρώ. Η διαφορά είναι τεράστια, αφού το ΑΕΠ του 2019, λόγω της κρίσης, περιορίστηκε στα 185 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 65 δισ. ευρώ χαμένο προϊόν ή 35%-40% χαμηλότερο από αυτό που θα υπήρχε με μια ήπια και σταθερή αναπτυξιακή πορεία.

Με πληθυσμό το 2019 περίπου 10,7 εκατομμύρια κατοίκους, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε κοντά στα 17.300 ευρώ. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ίδιο έτος ήταν περίπου 30.200 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι, σε ονομαστικούς όρους, η Ελλάδα βρισκόταν περίπου στο 57% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου. Αν είχε υιοθετηθεί η ανταλλαγή, στο υποθετικό σενάριο της σταθερής με 1% ανάπτυξης, το κατά κεφαλήν προϊόν θα ήταν γύρω στα 23.400 ευρώ και η χώρα θα έφτανε σε τρέχουσες τιμές περίπου στο 75% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μειώνοντας σημαντικά την απόσταση, χωρίς βέβαια να τη μηδενίζει.

Η εικόνα γίνεται ακόμη καλύτερη αν εξετάσουμε τα στοιχεία του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης. Το 2019 η Ελλάδα ήταν στο 69% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ αν είχε υιοθετηθεί η ανταλλαγή και η ανάπτυξη εξελισσόταν με 1% τον χρόνο, το 2019 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης θα ήταν στο 90% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτή η διπλή εικόνα, σε ευρώ και σε αγοραστική δύναμη, δείχνει καθαρά τι χάθηκε. Στο μονοπάτι της κρίσης που ακολούθησε, η χώρα κατέληξε πολύ κάτω από τον μέσο όρο της Ευρώπης, τόσο σε ονοματικούς όσο και σε πραγματικούς όρους. Στο εναλλακτικό μονοπάτι μιας ήπιας αλλά σταθερής ανάπτυξης, η Ελλάδα θα είχε πραγματοποιήσει αξιοπρεπή σύγκλιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο σε όρους εισοδήματος όσο και σε όρους αγοραστικής δύναμης. Η απόσταση που υπάρχει σήμερα δεν ήταν δεδομένη. Δημιουργήθηκε εξαιτίας της περιορισμένης αντίληψης για την κρίση και μιας δημόσιας διοίκησης ανίκανης να κατανοήσει και να προτείνει μέτρα για την έγκαιρη αντιμετώπισή της.

Δυστυχώς, δεν χάθηκαν μόνο δισεκατομμύρια σε εθνικό εισόδημα. Χάθηκαν άνθρωποι για την οικονομία, που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Χάθηκε κοινωνική συνοχή, σταθερότητα, παραγωγική βάση, καθώς και δεκαετίες μελλοντικής συσσώρευσης. Η πραγματικά και σοβαρή λύση υπήρχε και μπορούσε να εφαρμοστεί, αν υπήρχαν επαγγελματισμός και καθαρή αντίληψη της κατάστασης. Η δεκαετία της κρίσης δεν ήταν μοιραία. Ήταν αποτέλεσμα ανεπάρκειας και εσφαλμένων επιλογών, επιλογών που σημάδεψαν τη χώρα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο».

Mε πληροφορίες από την Εφημερίδα Το Βήμα

Προηγούμενο Άρθρο

Παραιτήθηκε από το Συριζα ο Διονύσης Τεμπονέρας

Επόμενο Άρθρο

«Φρένο» στην ανεξέλεγκτη χρήση πατινιών στην Αθήνα – Η πίεση του Δήμου Αθηναίων και οι αλλαγές που έρχονται

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Τα βαρίδια της ανάπτυξης στην Ελληνική οικονομία

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΗ χθεσινοβραδινή «ετυμηγορία» της Moody’s για την ελληνική οικονομία δεν επεφύλαξε καμία έκπληξη, αλλά και καμία αλλαγή στο rating. Ο […]

Μαχαίρι των νοικοκυριών στις δαπάνες – Τι δείχνουν τα στοιχεία στο λιανεμπόριο

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΤο καμπανάκι του κινδύνου κρούουν τα στοιχεία που ήρθαν στη δημοσιότητα για το λιανεμπόριο καθώς αναδεικνύουν το βασικό ζήτημα της […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *