18 Αυγούστου, 2026
Expand search form

Το ακριβό χρήμα και οι φθηνές καταθέσεις: Το ελληνικό τραπεζικό παράδοξο

Όλες οι κατηγορίες: ΑΡΘΡΑ , ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κοινοποιήστε

Η εξυγίανση και η επιστροφή των ελληνικών τραπεζών σε ισχυρή κερδοφορία αποτελεί αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη για την ελληνική οικονομία. Ένα υγιές τραπεζικό σύστημα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για επενδύσεις, ανάπτυξη και χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Υπάρχει, όμως, ένα στοιχείο που δεν μπορεί να περνά απαρατήρητο: η απόσταση ανάμεσα σε αυτά που πληρώνουν οι τράπεζες στους καταθέτες και σε αυτά που εισπράττουν από τη χρηματοδότηση της οικονομίας παραμένει εξαιρετικά μεγάλη.

Και τα στοιχεία δείχνουν ότι πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα επιτοκιακά περιθώρια στην Ευρώπη.

Σχεδόν διπλάσιο περιθώριο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (Net Interest Margin – NIM) των ελληνικών συστημικών τραπεζών διαμορφώθηκε στο 2,72% το πρώτο τρίμηνο του 2026, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος των σημαντικών τραπεζών που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό ήταν μόλις 1,54%.

Με άλλα λόγια, το ελληνικό περιθώριο είναι περίπου 77% υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η σύγκριση μεταξύ χωρών είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση της Ευρωζώνης, πίσω μόνο από τη Σλοβενία, όπου το περιθώριο φθάνει στο 3,11%. Στην Ισπανία βρίσκεται στο 2,68%, ενώ στη Γερμανία και τη Γαλλία περιορίζεται περίπου στο 1,04% και 0,97% αντίστοιχα.

Αυτή η διαφορά δεν είναι απλώς ένας τεχνικός τραπεζικός δείκτης. Αφορά άμεσα τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Καταθέσεις με 0,36%, νέα δάνεια με 4,65%

Τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος κάνουν ακόμη πιο κατανοητό το πρόβλημα.

Τον Ιούνιο του 2026, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων ήταν μόλις 0,36%.

Την ίδια στιγμή, το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων ήταν 4,65%.

Η διαφορά έφθασε έτσι τις 4,29 ποσοστιαίες μονάδες. Στα υφιστάμενα υπόλοιπα η εικόνα είναι ακόμη εντονότερη: μέσο επιτόκιο καταθέσεων 0,35%, έναντι 4,74% στα δάνεια, δηλαδή περιθώριο 4,39 ποσοστιαίων μονάδων.

Για τον απλό πολίτη οι αριθμοί αυτοί μεταφράζονται σε κάτι πολύ συγκεκριμένο: η αποταμίευση αμείβεται ελάχιστα, ενώ ο δανεισμός εξακολουθεί να κοστίζει ακριβά.

Και σε ορισμένες κατηγορίες το κόστος είναι πολύ μεγαλύτερο. Τον Ιούνιο, τα καταναλωτικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια –όπου περιλαμβάνονται πιστωτικές κάρτες, ανοικτά δάνεια και υπεραναλήψεις– είχαν μέσο επιτόκιο 14,49%, ενώ τα καταναλωτικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο βρίσκονταν στο 10,63%.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Ένα μέρος της εξήγησης βρίσκεται στη δομή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν μεγάλη και σχετικά φθηνή καταθετική βάση, ενώ σημαντικό μέρος των δανείων τους είναι κυμαινόμενου επιτοκίου. Έτσι, οι μεταβολές των επιτοκίων περνούν σχετικά γρήγορα στην πλευρά των δανείων, ενώ η προσαρμογή των αποδόσεων των καταθέσεων γίνεται πολύ πιο αργά.

Αυτό δημιουργεί ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον για την τραπεζική κερδοφορία.

Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι, παρά τη μείωση του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου των ελληνικών τραπεζικών ομίλων από 2,9% το 2024 σε 2,5% το 2025, αυτό εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Επομένως δεν μιλάμε για ένα στιγμιαίο φαινόμενο, αλλά για μια διαρθρωτική πραγματικότητα που διατηρείται.

Η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην κερδοφορία

Οι ισχυρές τράπεζες είναι απαραίτητες για μια ισχυρή οικονομία. Όμως οι τράπεζες δεν λειτουργούν σε οικονομικό κενό. Διαχειρίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό τις αποταμιεύσεις των πολιτών και αποτελούν τον βασικό μηχανισμό χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.

Γι’ αυτό και η επιτυχία του τραπεζικού συστήματος δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση την κερδοφορία των τραπεζών ή την απόδοση των μετόχων τους.

Πρέπει να εξετάζεται ταυτόχρονα πόσο αποτελεσματικά αυτή η ισχυρή χρηματοοικονομική θέση επιστρέφει στην πραγματική οικονομία.

Υπάρχουν τρία κρίσιμα ερωτήματα:

Πρώτον, γιατί οι αποδόσεις των καταθέσεων παραμένουν τόσο χαμηλές;

Δεύτερον, γιατί η χρηματοδότηση νοικοκυριών και ιδιαίτερα μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων εξακολουθεί να είναι ακριβή;

Τρίτον, υπάρχει επαρκής ανταγωνισμός ώστε η αυξημένη τραπεζική κερδοφορία να μεταφέρεται σταδιακά και στους πελάτες μέσω καλύτερων επιτοκίων και φθηνότερης χρηματοδότησης;

Από την εξυγίανση στην ανταπόδοση

Η Ελλάδα πλήρωσε πολύ ακριβά την τραπεζική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Η αποκατάσταση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος ήταν αναγκαία και αποτελεί σημαντικό επίτευγμα.

Τώρα όμως περνάμε σε μια διαφορετική περίοδο.

Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε σε ένα μοντέλο προβληματικών τραπεζών και ανεξέλεγκτου δανεισμού. Είναι να περάσουμε από την εποχή της εξυγίανσης στην εποχή της ανταπόδοσης προς την πραγματική οικονομία.

Περισσότερος ανταγωνισμός στις καταθέσεις. Καλύτερες αποδόσεις για τους αποταμιευτές. Φθηνότερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση για τις υγιείς επιχειρήσεις. Περισσότερα εργαλεία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους νέους. Και μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς το πραγματικό κόστος του τραπεζικού χρήματος.

Διότι όταν το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των ελληνικών τραπεζών βρίσκεται στο 2,72% έναντι 1,54% στην Ευρώπη, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν οι τράπεζες πηγαίνουν καλά.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πλέον διαφορετικό:

Πότε η επιτυχία των ελληνικών τραπεζών θα μεταφραστεί πιο καθαρά σε όφελος για τον καταθέτη, τον δανειολήπτη, τη μικρομεσαία επιχείρηση και τελικά για την ίδια την ελληνική οικονομία;

Προηγούμενο Άρθρο

Τα «θαλάσσια πάρκα» της Άγκυρας και η επιστροφή της γεωπολιτικής έντασης στο Αιγαίο

Επόμενο Άρθρο

Η δίκη της Meta δεν αφορά μόνο το Facebook και το Instagram. Αφορά τη δημοκρατία μας

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Στον «αέρα» οι πληρωμές του ΟΠΕΚΕΠΕ για το 2025

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΣε αδιέξοδο οδηγούνται οι σχέσεις κυβέρνησης και αγροτών λόγω του ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς οι πληρωμές του 2025 είναι στον αέρα και […]

ΑΑΔΕ: «Καμπάνα» σε influencer για αδήλωτες διαφημιστικές αναρτήσεις στο Instagram

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΣημαντικά πρόστιμα και πρόσθετους φόρους επικύρωσε η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) σε υπόθεση influencer, επιβεβαιώνοντας τα ευρήματα της ΑΑΔΕ για […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *