Το 7,9% αποτελεί πραγματικό στατιστικό μέγεθος. Η «ισχυρή αγορά εργασίας» που υποτίθεται ότι αποδεικνύει, όμως, όχι.
Στη στατιστική, όπως και στην πολιτική, ο παρονομαστής έχει σημασία.
Η ανεργία υποχώρησε τον Ιούλιο στο 7,9%, στο χαμηλότερο επίπεδο για τον συγκεκριμένο μήνα από το 2008. Η κυβέρνηση σπεύδει να αξιοποιήσει το στοιχείο ως ακόμη μία απόδειξη της υποτιθέμενης οικονομικής κανονικότητας. Μόνο που η σύγκριση με το 2008 αποκαλύπτει κάτι εξαιρετικά ανησυχητικό και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί κυβερνητική επιτυχία. Το αντίθετο. Η ανεργία πλησίασε τα προ κρίσης ποσοστά, η αγορά εργασίας όμως δεν επέστρεψε ποτέ στο προ κρίσης μέγεθός της.
Το ποσοστό ανεργίας δεν υπολογίζεται επί του συνολικού πληθυσμού, αλλά επί του εργατικού δυναμικού, δηλαδή όσων εργάζονται ή αναζητούν ενεργά εργασία.
Μπορεί επομένως να μειωθεί επειδή προσλήφθηκαν άνεργοι, αλλά και επειδή χιλιάδες άνθρωποι μετανάστευσαν, αποθαρρύνθηκαν, σταμάτησαν να αναζητούν δουλειά ή βγήκαν οριστικά από την αγορά.
Το 7,9% είναι πραγματικό στατιστικό μέγεθος. Παραπλανητικό είναι το επικοινωνιακό αφήγημα που χτίζεται γύρω του.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Ινστιτούτου ΕΝΑ, το 2025 η Ελλάδα είχε σχεδόν 271.000 λιγότερους εργαζομένους και 34.000 περισσότερους ανέργους από το 2008. Ο πληθυσμός ηλικίας 20-64 ετών είχε μειωθεί κατά 734.000 ανθρώπους. Χωρίς την εξωτερική μετανάστευση, η ανεργία σε αυτές τις ηλικίες θα βρισκόταν στο 12,5% και όχι στο 8,8%.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα στις ηλικίες 20-44 ετών.
Η χώρα έχασε μέσα σε δεκαεπτά χρόνια περίπου 1,15 εκατομμύρια κατοίκους αυτής της ηλικίας, ενώ οι εργαζόμενοι της ίδιας ομάδας μειώθηκαν κατά 829.300. Πρόκειται για τις γενιές που βίωσαν το brain drain, τους χαμηλούς μισθούς, την εργασιακή ανασφάλεια και τη στεγαστική κρίση. Είναι οι άνθρωποι που λείπουν σήμερα από την παραγωγή και ταυτόχρονα από το δημογραφικό μέλλον της χώρας.
Ούτε μπορεί η κυβέρνηση να εμφανίζει ως αποκλειστικά δικό της επίτευγμα μια τάση που είχε ξεκινήσει χρόνια πριν καθώς η μέση ετήσια δημιουργία θέσεων εργασίας ήταν 75.000 την περίοδο 2015-2019 και 71.500 την περίοδο 2020-2025. Η αποκλιμάκωση συνεχίστηκε, αλλά δεν επιταχύνθηκε.
Και βέβαια, η ύπαρξη μιας θέσης εργασίας δεν λέει τίποτε για την ποιότητά της.
Ο εργαζόμενος που αμείβεται ανεπαρκώς, απασχολείται με επισφαλείς όρους και παραδίδει το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του στο ενοίκιο, δεν αποτελεί τεκμήριο ευημερίας, αλλά μιας οικονομίας που παράγει απασχόληση χωρίς να εξασφαλίζει αυτονομία και αξιοπρεπή ζωή.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσοι καταγράφονται ως άνεργοι, αλλά πόσοι άνθρωποι απέμειναν στη χώρα; πόσοι μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς από τον μισθό τους; και πόσοι βλέπουν εδώ ένα μέλλον;
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για έναν δείκτη ενώ πίσω του κρύβεται μια χώρα που γερνά, αδειάζει και εκπαιδεύεται να παρουσιάζει τη συρρίκνωσή της ως επιτυχία.
ΚΤ.


