Μια οργανωμένη ομάδα που φέρεται να εξαπατούσε εταιρείες τηλεπικοινωνιών με σκοπό την παράνομη απόκτηση επιδοτούμενων κινητών τηλεφώνων εξαρθρώθηκε από τις αστυνομικές αρχές στον Ασπρόπυργο, έπειτα από στοχευμένη έρευνα που οδήγησε στη σύλληψη δύο ατόμων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, τα μέλη της ομάδας προσέγγιζαν τηλεφωνικά καταστήματα παρόχων κινητής και σταθερής τηλεφωνίας, εκδηλώνοντας ενδιαφέρον για τη σύναψη νέων συμβολαίων. Στόχος τους ήταν να αποκτήσουν επιδοτούμενες συσκευές χωρίς να πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις εταιρείες.
Πλαστά δικαιολογητικά και ψευδείς ταυτότητες
Για να πετύχουν τον σκοπό τους, φέρονται να απέστελλαν μέσω διαδικτυακών εφαρμογών πλαστά έγγραφα, φωτοαντίγραφα δελτίων ταυτότητας και άλλα δικαιολογητικά, χρησιμοποιώντας κάθε φορά διαφορετικά στοιχεία και ονόματα.
Αφού εξασφάλιζαν την έγκριση των συμβάσεων, μετέβαιναν στα καταστήματα χρησιμοποιώντας ενοικιαζόμενα οχήματα, όπου ολοκλήρωναν τη διαδικασία και παραλάμβαναν τις συσκευές. Όπως προέκυψε από την έρευνα, σε αρκετές περιπτώσεις προχωρούσαν σε πολλαπλές συμβάσεις μέσα στην ίδια ημέρα, αυξάνοντας τον αριθμό των κινητών που αποκτούσαν.
Η επιχείρηση της αστυνομίας
Η δράση τους αποκαλύφθηκε έπειτα από αστυνομική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε στις 29 Μαΐου. Λίγο πριν τη σύλληψή τους, οι δύο βασικοί κατηγορούμενοι είχαν παραλάβει ακόμη δύο κινητά τηλέφωνα από κατάστημα της περιοχής.
Κατά τον έλεγχο που ακολούθησε, οι αστυνομικοί εντόπισαν και κατέσχεσαν τις συσκευές, αποκωδικοποιητή τηλεοπτικού σήματος και πλαστό αντίγραφο δελτίου ταυτότητας.
Τι βρέθηκε στις έρευνες
Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στις κατοικίες των εμπλεκομένων κατασχέθηκαν έξι κάρτες SIM, πέντε πακέτα σύνδεσης τηλεφωνίας, ένας ακόμη αποκωδικοποιητής, καθώς και διαβατήριο τρίτου προσώπου, το οποίο είχε δηλωθεί ως απολεσθέν.
Στο πλαίσιο της ίδιας δικογραφίας συνελήφθησαν ένας 41χρονος και ένας 44χρονος, ενώ οι αρχές έχουν ήδη ταυτοποιήσει ακόμη δύο άτομα που φέρονται να συμμετείχαν στο κύκλωμα.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν ενώπιον του αρμόδιου εισαγγελέα, ενώ η έρευνα συνεχίζεται για τη διερεύνηση του πλήρους εύρους της παράνομης δραστηριότητας και τυχόν εμπλοκή επιπλέον προσώπων.


