Συνεχίζονται στη Λάρισα οι δικαστικές διαδικασίες για την υπόθεση του σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη, με τις τοποθετήσεις και τις αποφάσεις της έδρας να προκαλούν αντιδράσεις στους συγγενείς των θυμάτων. Στο πλαίσιο αυτό ενδεικτική είναι η ανακοίνωση του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών που αφήνουν σαφείς αιχμές για ενίσχυση του αφηγήματος περί «ανθρώπινου λάθους», εκφράζοντας την έντονη διαφωνία τους με τον τρόπο που εξελίσσεται η διαδικασία και με τις πλευρές στις οποίες, όπως υποστηρίζουν, επικεντρώνεται η απόδοση ευθυνών.
Παράλληλα, θέτουν ζήτημα για τον ρόλο του Δημοσίου στη δίκη και για αποφάσεις που αφορούν αιτήματα και παρεμβάσεις στη διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι περιορίζεται η πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης.
Η ανακοίνωση των συγγενών
Με την ολοκλήρωση των νομιμοποιήσεων παράστασης κατηγορίας και την εξέταση των πρώτων θεσμικών αιτημάτων κατά τη 10η και 11η δικάσιμο (16 και 17 Ιουνίου), η εκδίκαση της υπόθεσης για το έγκλημα των Τεμπών εισήλθε σε μια τροχιά που επιβεβαιώνει περίτρανα τους χειρότερους φόβους μας για επιχείρηση συγκάλυψης.
Με την απαράδεκτη απόφαση του δικαστηρίου να κάνει δεκτή την παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου για την υποστήριξη της κατηγορίας, αγνοώντας προκλητικά την αντίθετη εισήγηση της Εισαγγελέως που είχε προτείνει την αποβολή του, επιβεβαιώνονται για μια ακόμα φορά όσα έχουμε αναδείξει για την επιχείρηση συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών, με τη συνδρομή και της δικαιοσύνης.
Το Δικαστήριο επικρότησε την τακτική του Δημοσίου να στραφεί αποκλειστικά και μόνο εναντίον τεσσάρων χαμηλόβαθμων κατηγορουμένων —των τριών σταθμαρχών και του πρώην επιθεωρητή Διοίκησης του ΟΣΕ. Με τον τρόπο αυτό, το μεθοδευμένο και βολικό κυβερνητικό αφήγημα περί «ανθρώπινου λάθους» επανέρχεται στο προσκήνιο και κατοχυρώνεται πλέον και επισήμως εντός της δικαστικής αίθουσας, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις διαχρονικές ευθύνες του κρατικού μηχανισμού και φυσικά των κυβερνήσεων, των πολιτικών προσώπων. Την ίδια στιγμή που το Δημόσιο «οχυρώνεται» πίσω από αυτή τη μεθόδευση, το δικαστήριο απέκλεισε από τη διαδικασία όχι μόνο τους Δικηγορικούς Συλλόγους αλλά και το Σωματείο Μηχανοδηγών, την Πανελλήνια Ένωση Προσωπικού Έλξης, ώστε να μην αναδειχτεί η πραγματική κατάσταση στο σιδηρόδρομο – ωρολογιακή βόμβα και τις διαχρονικές ευθύνες! Μέσα σε αυτό το κλίμα, η έγκριση της παράστασης των οικογενειών και για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος λειτούργησε ως μια αναγκαστική κίνηση ελιγμού για τον κατευνασμό των δικαιολογημένων αντιδράσεων.
Η γραμμή της συγκάλυψης συνεχίστηκε με την απόρριψη δύο κομβικών αιτημάτων των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας, τα οποία κυριάρχησαν στην ενδέκατη δικάσιμο. Το δικαστήριο αρνήθηκε να διαβιβάσει τα πρακτικά της δίκης στον ανακριτή του Αρείου Πάγου που ερευνά τον πρώην υπουργό Μεταφορών, Κώστα Αχ. Καραμανλή, ενώ απέρριψε και το αίτημα για προσκόμιση των εγγράφων επικοινωνίας μεταξύ του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και του πρώην υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, Κωνσταντίνου Κυρανάκη, σχετικά με την παρουσία του Δημοσίου στη δίκη.
Στη συνέχεια, η συντριπτική πλειοψηφία των συγγενών απαίτησε να γίνει δεκτό και το ανοιχτό, δημόσιο δικαστήριο με κάμερες και η φυσική παρουσία των υπευθύνων, ενώ η υπεράσπιση ζήτησε την καθολική απόρριψη των αιτημάτων. Η διαδικασία διακόπηκε για την Τρίτη 23 Ιουνίου στις 09:30, οπότε και αναμένεται η απόφαση του δικαστηρίου.
Ως Σύλλογος ξεκαθαρίζουμε: Το κρατικό έγκλημα δεν υποβαθμίζεται, δεν παραγράφεται και δεν κρύβεται πίσω από βολικά «ανθρώπινα λάθη». Η συγκάλυψη που επιχειρείται θα μας βρει απέναντι σε κάθε βήμα. Για τις 57 ψυχές που ζητούν δικαίωση, η μόνη απάντηση είναι η πλήρης αλήθεια και η τιμωρία όλων των υπευθύνων, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται. Για να μην υπάρξουν άλλα Τέμπη!
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΓΓΕΝΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΤΕΜΠΩΝ 28.2.2023



