Να παραπλανήσει τις Αρχές μέσω μηνυμάτων επιχείρησε ο 27χρονος Αφγανός που συνελήφθη για τη δολοφονία της γυναίκας από τη Βρετανία που βρέθηκε σε βαλίτσα την Κυψέλη.
Ο κατηγορούμενος, μετά το έγκλημα -και αφού έκλεισε το κινητό της γυναίκας-, εξασφάλισε έναν άγνωστο τηλεφωνικό αριθμό και άρχισε να στέλνει γραπτά μηνύματα σε γνωστούς του θύματος, στη γυναίκα του, ακόμη και στον εαυτό του, στα οποία δήλωνε τζιχαντιστής και δράστης της δολοφονίας. Στα μηνύματα έλεγε πως σκότωσε τη γυναίκα λόγω θρησκείας.
Με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να κατευθύνει τις έρευνες των αστυνομικών προς τον άγνωστο αποστολέα, χωρίς ωστόσο να τα καταφέρει. Γρήγορα τα στελέχη του Ανθρωποκτονιών αντιλήφθηκαν την εμπλοκή του και τον συνέλαβαν. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, όπως προέκυψε από την έρευνα, ο 27χρονος ήταν μουσουλμάνος. Όταν γνώρισε τη γυναίκα του (είναι προτεστάντισσα) αποφάσισε να γίνει προτεστάντης, ενώ τώρα έχει ασπαστεί τον Χριστιανισμό.
Πώς οι αστυνομικοί έφθασαν στα ίχνη του
Το θύμα έφθασε στη χώρα μας στις 29 Ιουνίου από το Εδιμβούργο, έχοντας πολυετή εθελοντική δράση σε εκκλησίες και ανθρωπιστικές οργανώσεις σε διάφορες χώρες. Περιγράφεται ως ήρεμος, δοτικός και μη συγκρουσιακός άνθρωπος.
Από τις 2 Ιουλίου διέμενε σε ισόγειο διαμέρισμα στα Εξάρχεια, στην οδό Ρεθύμνου, τα κλειδιά του οποίου διέθεταν επίσης ο κατηγορούμενος και η σύντροφος του. Η τελευταία ανέφερε ότι λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Ιουλίου ξύπνησε και διαπίστωσε πως ο σύζυγός της απουσίαζε και ότι, μέσω της κοινής λειτουργίας εντοπισμού τοποθεσίας, διαπίστωσε ότι βρισκόταν στο συγκεκριμένο διαμέρισμα.
Η τελευταία βέβαιη ένδειξη ζωής της Βρετανίδας καταγράφεται στις 21:41 της 15ης Ιουλίου, όταν επικοινώνησε τηλεφωνικά με πρόσωπο του στενού της περιβάλλοντος. Στη συνέχεια, φίλοι και συγγενείς παρατήρησαν ότι τα μηνύματα που λάμβαναν από το κινητό της είχαν διαφορετικό ύφος και γλωσσικές ιδιαιτερότητες, ενώ η ίδια εμφανιζόταν ξαφνικά απομονωμένη.
Για τους ερευνητές, τα στοιχεία αυτά ενισχύουν το συμπέρασμα ότι το κινητό χρησιμοποιούνταν πλέον από άλλο πρόσωπο, προκειμένου να δημιουργηθεί η ψευδής εικόνα ότι η γυναίκα ήταν ακόμη ζωντανή.
Στις 19 Ιουλίου το κινητό του θύματος ενεργοποιήθηκε στην Αράχωβα, όπου, σύμφωνα με την ανάλυση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και του βιντεοληπτικού υλικού, βρισκόταν και ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο και το παιδί τους.
Οι υποψίες της συντρόφου του
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη στάση της συζύγου του 27χρονου. Όπως κατέθεσε, όταν στις 30 Ιουλίου ανακοινώθηκε επίσημα η ταυτοποίηση της νεκρής γυναίκας, άρχισε να υποψιάζεται την εμπλοκή του συζύγου της.
Εγκατέλειψε το σπίτι μαζί με το βρέφος τους και εγκαταστάθηκε σε ξενοδοχείο. Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο κατηγορούμενος της έδωσε τότε 2.550 ευρώ, ενώ μία ημέρα μετά την εξαφάνιση της Βρετανίδας της είχε χαρίσει και ένα ολοκαίνουργιο iPhone 17 Pro. Η ίδια παρέδωσε τόσο τη συσκευή όσο και τα χρήματα στις Αρχές, εκτιμώντας ότι προέρχονταν από την περιουσία του θύματος.
Παράλληλα, καθοριστικά είναι και τα βίντεο που έχουν συγκεντρώσει οι αστυνομικοί. Το βράδυ της 16ης Ιουλίου ο κατηγορούμενος καταγράφεται να φθάνει με αυτοκίνητο στην οδό Ρεθύμνου και να αποχωρεί μεταφέροντας μία μεγάλη ταξιδιωτική βαλίτσα. Λίγη ώρα αργότερα, στις 22:43, κάμερες ασφαλείας τον καταγράφουν να κινείται πεζός στην οδό Ευελπίδων, μεταφέροντας τη βαλίτσα, μέσα στην οποία βρισκόταν η σορός της Βρετανίδας, καθώς και μία μπλε σακούλα άγνωστου περιεχομένου. Δεκατρία λεπτά αργότερα εμφανίζεται να απομακρύνεται από το σημείο χωρίς τη βαλίτσα και χωρίς τη σακούλα, κρατώντας πλέον μόνο ένα ανοιχτόχρωμο σακίδιο.



