Η καθημερινότητα των Ελλήνων οδηγών έρχεται αντιμέτωπη με μια σκληρή πραγματικότητα κάθε φορά που πλησιάζουν σε ένα πρατήριο καυσίμων.
Η βενζίνη των 100 οκτανίων πωλείται πλέον σε τιμές που αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 2,37 ευρώ το λίτρο, ενώ σε ορισμένες περιοχές της χώρας, όπως στα νησιά των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων, η μέση τιμή ξεπερνά τα 2,40 ευρώ, φτάνοντας σε μεμονωμένες περιπτώσεις ακόμη και πάνω από τα 2,60 ευρώ.
Αλλά και η απλή αμόλυβδη των 95 οκτανίων διατηρείται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, ξεπερνώντας πανελλαδικά τα 2,02 ευρώ.
Αυτό το διαρκές κύμα ακρίβειας επιβαρύνει σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Το γέμισμα ενός τυπικού ρεζερβουάρ 50 λίτρων με 100άρα βενζίνη κοστίζει πλέον περίπου 118,50 ευρώ.
Η διαφορά σε σχέση με την απλή αμόλυβδη φτάνει τα 17,50 ευρώ σε κάθε πλήρωση, γεγονός που σημαίνει ότι ένας οδηγός που γεμίζει το αυτοκίνητό του δύο φορές τον μήνα καλείται να πληρώσει επιπλέον πάνω από 400 ευρώ τον χρόνο.
Η οικονομική αυτή επιβάρυνση γίνεται ακόμα πιο αισθητή αν αναλογιστεί κανείς ότι για τη συντριπτική πλειονότητα των οχημάτων η χρήση της ακριβότερης βενζίνης δεν προσφέρει κανένα ουσιαστικό όφελος στην απόδοση ή την κατανάλωση.
Το παράδοξο που εξοργίζει τους καταναλωτές είναι η αποσύνδεση των τιμών της λιανικής από τη διεθνή τιμή του πετρελαίου.
Ενώ το αργό πετρέλαιο τύπου Brent σημειώνει υποχώρηση κοντά στα 86 δολάρια το βαρέλι, οι τιμές στην αντλία παραμένουν καθηλωμένες στα ύψη. Η εξηγηση βρίσκεται στο γεγονός ότι το κόστος του τελικού καυσίμου δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την τιμή της πρώτης ύλης, αλλά επηρεάζεται άμεσα από τα διεθνή περιθώρια διύλισης και τη διαθεσιμότητα των έτοιμων διυλισμένων προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά.
Τα προβλήματα σε ξένα διυλιστήρια, οι περιορισμένες εξαγωγές από τη Μέση Ανατολή και η μειωμένη ρωσική παραγωγή έχουν δημιουργήσει σημαντική στενότητα στην προσφορά.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το ευρωπαϊκό περιθώριο διύλισης για τη βενζίνη να εκτοξευθεί από τα 0,04 ευρώ ανά λίτρο στις αρχές του έτους στα 0,23 ευρώ, συμπαρασύροντας τις διεθνείς τιμές αναφοράς πάνω στις οποίες τιμολογούν και τα ελληνικά διυλιστήρια.
Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει ισχυρή εγχώρια διυλιστική βιομηχανία, οι τιμές εξόδου διαμορφώνονται ήδη από την παραγωγή σε υψηλά επίπεδα, πριν καν προστεθούν ο ΦΠΑ, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και τα υπόλοιπα κόστη της αλυσίδας μεταφοράς και εμπορίας.
Σε αυτό το περιβάλλον παρατεταμένης ακρίβειας, η επιλογή του κατάλληλου καυσίμου καθίσταται καθοριστική για την εξοικονόμηση χρημάτων. Για την πλειονότητα των καταναλωτών, η στροφή στην απλή αμόλυβδη 95 οκτανίων αποτελεί τη μοναδική λογική άμυνα απέναντι στις αυξημένες τιμές, καθώς προσφέρει πλήρη συμβατότητα με τους συμβατικούς κινητήρες χωρίς να επιβαρύνει άσκοπα το πορτοφόλι τους.


