15 Ιουνίου, 2026

Η Ανατροπή στην Ενημέρωση!

Expand search form

Έρχεται νέο κύμα ακρίβειας το καλοκαίρι

Όλες οι κατηγορίες: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κοινοποιήστε

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά ανησυχητικό φαινόμενο, καθώς οι βασικοί πρόδρομοι δείκτες προμηνύουν ότι το κύμα της ακρίβειας όχι μόνο δεν θα υποχωρήσει, αλλά ενδέχεται να ενταθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών.

Η χώρα φαίνεται να εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο ανατιμήσεων, ο οποίος τροφοδοτείται από την εκρηκτική άνοδο του κόστους των εισαγωγών και τις ιδιαιτερότητες της εγχώριας αγροτικής παραγωγής. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας έντονης και επικίνδυνης απόκλισης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που μεταφράζεται σε άμεση και διαρκή επιβάρυνση για τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών.

Η πρώτη και πιο ξεκάθαρη προειδοποίηση έρχεται από το μέτωπο της βιομηχανίας. Ο Δείκτης Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία της ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε μια τρομακτική ετήσια αύξηση της τάξης του 18,4%. Η άνοδος αυτή δεν περιορίζεται μόνο στον τομέα της ενέργειας, αλλά διαχέεται στο σύνολο των εισαγόμενων πρώτων υλών και των ενδιάμεσων αγαθών που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία των ελληνικών επιχειρήσεων. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο οξύ αν απομονωθούν οι εισαγωγές από χώρες εκτός της Ευρωζώνης, όπου η άνοδος αγγίζει το 31,1%, ενώ στον καθαρά ενεργειακό τομέα η εκτίναξη φτάνει το 65,3%, αποτυπώνοντας τις διεθνείς πιέσεις στις τιμές του πετρελαίου και των καυσίμων. Όταν το κόστος στη βάση της παραγωγικής αλυσίδας αυξάνεται με αυτούς τους ρυθμούς, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι ένα μεγάλο μέρος του θα μετακυλιστεί τελικά στις τιμές καταναλωτή, επιτείνοντας το φαινόμενο της ακρίβειας τους επόμενους μήνες.

Αυτή η τάση αποτυπώνεται ήδη στα επίσημα στοιχεία του πληθωρισμού, όπου η ψαλίδα μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης έχει ανοίξει σε βαθμό που προκαλεί έντονο προβληματισμό. Ο ετήσιος πληθωρισμός στη χώρα μας σκαρφάλωσε στο 5,2%, τη στιγμή που ο αντίστοιχος δείκτης στην Ευρωζώνη περιορίστηκε στο 3,2%. Αυτή η διαφορά των δύο ποσοστιαίων μονάδων είναι η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο και αποδεικνύει ότι η ελληνική αγορά αδυνατεί να ακολουθήσει την τροχιά αποκλιμάκωσης που παρατηρείται στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δυσμενής αν εξετάσει κανείς τον πρωτογενή τομέα, όπου η Ελλάδα παρουσιάζει μια μοναδική και αρνητική πρωτοτυπία. Σύμφωνα με τη Eurostat, κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, οι τιμές της αγροτικής παραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποχώρησαν κατά μέσο όρο κατά 2,9%. Στην Ελλάδα, ωστόσο, κινήθηκαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, σημειώνοντας άνοδο 4,8%. Η χώρα μας περιλαμβάνεται σε μια μικρή ομάδα μόλις οκτώ κρατών-μελών που είδαν τις αγροτικές τιμές να αυξάνονται, καταλαμβάνοντας μία από τις υψηλότερες θέσεις στην ΕΕ, πίσω μόνο από τη Μάλτα, την Κροατία και τη Φινλανδία. Στον αντίποδα, μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις καταγράφουν σημαντική πτώση, με το Βέλγιο να βρίσκεται στο -12,9% και τη Γερμανία στο -11%. Παρά το γεγονός ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι τιμές σε βασικά αγαθά όπως το γάλα και τα δημητριακά υποχώρησαν κατά 15,5% και 11,7% αντίστοιχα, η ελληνική αγορά παραμένει αποκομμένη από αυτή την αποπληθωριστική τάση, αναδεικνύοντας έντονες εγχώριες στρεβλώσεις και ένα δυσανάλογα υψηλό κόστος παραγωγής.

Οι συνέπειες αυτής της απόκλισης είναι άμεσα ορατές στα ράφια των καταστημάτων και στα βασικά είδη διατροφής, όπου η ακρίβεια καλπάζει με διπλάσιους ρυθμούς σε σχέση με την Ευρώπη. Ενδεικτικά, οι τιμές στο κρέας στην Ελλάδα αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό 11,8%, όταν στην Ευρωζώνη η αύξηση περιορίζεται στο 6,7%. Το φρέσκο γάλα καταγράφει άνοδο 4,4% στη χώρα μας, την ίδια ώρα που στην υπόλοιπη Ευρώπη μειώνεται κατά 1,7%. Ανάλογη είναι η εικόνα στα λαχανικά και τα εσπεριδοειδή, όπου οι ρυθμοί ανόδου στην εγχώρια αγορά είναι πολλαπλάσιοι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, επιβεβαιώνοντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις στην Ελλάδα έχουν βαθιές ρίζες και μεγαλύτερη διάρκεια.

Στο ήδη επιβαρυμένο αυτό σκηνικό έρχεται τώρα να προστεθεί και η έναρξη της τουριστικής περιόδου, η οποία αναμένεται να λειτουργήσει ως επιταχυντής των ανατιμήσεων. Η κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης για υπηρεσίες διαμονής, εστίασης και μεταφορών δίνει την ευκαιρία στις επιχειρήσεις του κλάδου να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν τις τιμές τους, προσπαθώντας παράλληλα να καλύψουν τα δικά τους αυξημένα λειτουργικά έξοδα λόγω του ενεργειακού κόστους. Η εμπειρία των προηγούμενων ετών έχει δείξει ότι οι ανατιμήσεις που συνδέονται με τον τουρισμό κατά τους θερινούς μήνες δεν παραμένουν εντοπισμένες, αλλά διαχέονται στο σύνολο της οικονομίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση του δομικού πληθωρισμού σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, εμποδίζοντας την αποκλιμάκωση των τιμών ακόμη και αν οι διεθνείς συνθήκες βελτιωθούν. Οι επόμενοι μήνες προβλέπονται εξαιρετικά δύσκολοι, με την ακρίβεια να δοκιμάζει τις αντοχές των καταναλωτών.

Προηγούμενο Άρθρο

Ειδική αστυνομική επιχείρηση στην Πλατεία Αριστοτέλους για την προστασία ανηλίκων

Επόμενο Άρθρο

Τραμπ: Την Παρασκευή οι υπογραφές για ειρήνη με το Ιράν

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Σπίτια-κουτιά 50 ετών με ενοίκιο 500 ευρώ για φοιτητές

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΜε την πίεση για εύρεση στέγης να φτάνει στο αποκορύφωμά της, χιλιάδες φοιτητές και οι οικογένειές τους αντιμετωπίζουν μια σκληρή […]

Eurostat: Τελευταία – μαζί με τη Βουλγαρία – η Ελλάδα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το 2025

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΤη δυσμενή θέση των πολιτών της χώρας, όσον αφορά στην αγοραστική τους δύναμη, αποτυπώνουν τα τελευταία στατιστικά στοιχεία της Eurostat για το […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *