Η νέα έξαρση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή φέρνει ξανά στο προσκήνιο την ευαλωτότητα της ελληνικής οικονομίας στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις.
Οι τιμές των καυσίμων ήδη καταγράφουν ανοδική τροχιά, με το πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης να αναμένεται να αυξηθεί έως και 20 λεπτά το επόμενο διάστημα, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πρατηριούχων Εμπόρων Καυσίμων.
Μπροστά σε αυτή την προοπτική, η κυβέρνηση επεξεργάζεται την επαναφορά γνωστών εργαλείων στήριξης, με το fuel pass να αποτελεί την πρώτη επιλογή. Όμως, η αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου μέτρου αμφισβητείται έντονα από τους ειδικούς, καθώς η δομική παράμετρος που καθιστά τα καύσιμα στη χώρα μας υψηλά φορολογητέα παραμένει ανέγγιχτη.
Η φορολογική πραγματικότητα των καυσίμων
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί να ανατρέξει στη σύνθεση της τελικής τιμής των καυσίμων. Από τα 10 ευρώ που πληρώνει ο καταναλωτής για βενζίνη, μόλις τα 4,13 ευρώ αντιστοιχούν στην αξία του καυσίμου. Τα υπόλοιπα 5,87 ευρώ κατευθύνονται στο κράτος μέσω φόρων και δασμών. Πρόκειται για μια φορολογική επιβάρυνση που υπερβαίνει το 50% της τελικής τιμής, καθιστώντας την Ελλάδα μία από τις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης στην αντλία, παρά το χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα.
Η σύγκριση με την Κύπρο είναι αποκαλυπτική. Η γειτονική χώρα, η οποία μάλιστα προμηθεύεται καύσιμα από την Ελλάδα, καταφέρνει να τα διαθέτει φθηνότερα στους καταναλωτές της, χάρη στους σημαντικά χαμηλότερους έμμεσους φόρους. Αυτή η διαφορά αποκαλύπτει ότι το ζήτημα δεν είναι πρωτίστως η διεθνής τιμή του πετρελαίου, αλλά η εγχώρια φορολογική πολιτική που έχει εγκλωβίσει τα καύσιμα σε ένα καθεστώς μόνιμης υψηλής φορολόγησης.
Fuel Pass: Προσωρινή ανακούφιση, μόνιμο πρόβλημα
Σε αυτό το πλαίσιο, η επαναφορά του fuel pass έρχεται να αντιμετωπίσει το σύμπτωμα και όχι την αιτία. Πρόκειται για ένα επίδομα που απευθύνεται σε συγκεκριμένες ευπαθείς ομάδες, κυρίως χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους, και έχει προσωρινό χαρακτήρα. Ακόμη κι αν λειτουργήσει άμεσα και χωρίς γραφειοκρατικά εμπόδια, η συνεισφορά του στην αντιμετώπιση του προβλήματος παραμένει οριακή.
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα προέρχεται από την ίδια τη συμπεριφορά των καταναλωτών αυτές τις ημέρες. Όπως περιγράφει ο πρόεδρος της ΠΟΠΕΚ, Θέμης Κιουρτζής, οι πολίτες σχηματίζουν ουρές στα βενζινάδικα για να γλιτώσουν ένα ευρώ στο γέμισμα του ρεζερβουάρ. Δεν το κάνουν από άγνοια, αλλά γιατί η συσσωρευμένη επιβάρυνση από τις διαδοχικές αυξήσεις έχει φθείρει το διαθέσιμο εισόδημά τους. Σε μια οικονομία όπου κάθε λεπτό μετρά, το fuel pass λειτουργεί ως ένα βραχυπρόθεσμο ανακουφιστικό μέτρο, χωρίς όμως να αλλάζει την πραγματικότητα: ο καταναλωτής συνεχίζει να πληρώνει τη βενζίνη του ακριβότερα από κάθε άλλον Ευρωπαίο με συγκρίσιμο εισόδημα.
Η διάχυση της ακρίβειας στην οικονομία
Η ανεπάρκεια του fuel pass δεν περιορίζεται μόνο στο ύψος της επιδότησης ή στο πεδίο εφαρμογής της. Το κρισιμότερο ζήτημα είναι ότι οι αυξήσεις στα καύσιμα δεν επηρεάζουν μόνο την κίνηση των ΙΧ. Το πετρέλαιο κίνησης αποτελεί βασικό συντελεστή κόστους για τον πρωτογενή τομέα, τις μεταφορές και το σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας. Επαγγελματίες οδηγοί, αγρότες και μεταφορείς βλέπουν το λειτουργικό τους κόστος να αυξάνεται, γεγονός που αναπόφευκτα μετακυλίεται στην τελική τιμή των προϊόντων.
Μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών καυσίμων συνεπάγεται αλυσιδωτές ανατιμήσεις σε τρόφιμα, εμπορεύματα και υπηρεσίες. Ο πληθωρισμός τροφίμων, που ήδη πλήττει τα νοικοκυριά, θα λάβει νέα ώθηση, καθώς η μεταφορά των αγροτικών προϊόντων από τον τόπο παραγωγής στο ράφι γίνεται ακριβότερη. Το fuel pass, όμως, δεν έχει καμία απολύτως επίδραση σε αυτή τη δευτερογενή διάχυση της ακρίβειας. Ο καταναλωτής θα λάβει μια μικρή επιδότηση για να γεμίσει το ρεζερβουάρ του, αλλά θα κληθεί να πληρώσει ακριβότερα τα είδη πρώτης ανάγκης στο σούπερ μάρκετ.
Οι αντοχές του προϋπολογισμού
Το οικονομικό επιτελείο διαμηνύει ότι ο κρατικός προϋπολογισμός κινείται εντός στόχων, με τον Φεβρουάριο να εμφανίζει καλύτερη εικόνα από τον Ιανουάριο. Ωστόσο, ακόμη κι αν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια, η λογική των συνεχών επιδομάτων δεν συνιστά βιώσιμη λύση. Σε ένα δυσμενές σενάριο παρατεταμένης κρίσης, η ανάπτυξη εκτιμάται ότι μπορεί να επιβραδυνθεί κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, κοντά στο 1,9%, με την κατανάλωση να περιορίζεται αισθητά. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα προσωρινά επιδόματα θα αποδειχθούν ανεπαρκή, ενώ η συνεχής επιδότηση της κατανάλωσης μέσω εκτάκτων παροχών εγκυμονεί κινδύνους για τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Η πρόταση των ειδικών
Οι εκπρόσωποι του κλάδου και οι οικονομολόγοι είναι κατηγορηματικοί: η μόνη ουσιαστική παρέμβαση που μπορεί να αναχαιτίσει τις επιπτώσεις μιας διεθνούς ενεργειακής κρίσης είναι η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης. Μια οριζόντια μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης θα είχε άμεσο και μετρήσιμο αποτέλεσμα στην τελική τιμή των καυσίμων, ωφελώντας το σύνολο των καταναλωτών και όχι μόνο συγκεκριμένες κατηγορίες. Παράλληλα, θα περιόριζε το κίνητρο για μετακινήσεις καταναλωτών σε γειτονικές χώρες με χαμηλότερη φορολογία, ένα φαινόμενο ιδιαίτερα έντονο στις παραμεθόριες περιοχές.
Η συζήτηση όμως αυτή δεν ανοίγει. Αντιθέτως, η δημόσια αντιπαράθεση εστιάζεται στην πιθανή αισχροκέρδεια των βενζινοπωλών, οι οποίοι, όπως τονίζουν οι ίδιοι, λειτουργούν ως το τελευταίο κρίκο στην αλυσίδα, αγοράζοντας ακριβά και πουλώντας ακριβά, με μηδενική δυνατότητα παρέμβασης στο ύψος των φόρων. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο τέως πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πρατηριούχων, Γιώργος Ασμάτογλου, «όσοι σκέφτονται, καταλαβαίνουν ότι δεν φταίει ο βενζινάς».
Το δίλημμα της ενεργειακής πολιτικής
Η επαναφορά του fuel pass, όπως και των υπόλοιπων παρεμβάσεων της «εργαλειοθήκης», συνιστά μια επιλογή διαχείρισης της κρίσης και όχι επίλυσής της. Τα επιδόματα αυτά σχεδιάστηκαν για βραχυπρόθεσμες αναταράξεις και όχι για μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών τιμών. Αν η γεωπολιτική κρίση αποδειχθεί σύντομη, ίσως προσφέρουν μια ανάσα. Αν όμως η ένταση στη Μέση Ανατολή διατηρηθεί και οι τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές για μήνες, τότε το fuel pass θα λειτουργήσει απλώς ως μια σταγόνα στον ωκεανό.
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται για άλλη μια φορά μπροστά σε ένα δίλημμα: να συνεχίσει να διαχειρίζεται την κρίση με προσωρινά επιδόματα που ανακουφίζουν επιλεκτικά και πρόσκαιρα, ή να προχωρήσει σε μια ουσιαστική αναδιάρθρωση της φορολογίας στα καύσιμα, με κόστος για τον προϋπολογισμό αλλά με μόνιμο όφελος για την κοινωνία και την οικονομία. Η απάντηση δεν είναι απλή, οι συνέπειες όμως της επιλογής θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της αγοράς τους επόμενους μήνες.



