Η πρόσφατη δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στην Υπουργό Τουρισμού και τον Δήμαρχο Αθηναίων δεν αποτελεί μια απλή διαφωνία για τα ποσοστά της τουριστικής κίνησης, αλλά μια βαθιά πολιτική και ταξική σύγκρουση για το μέλλον της πρωτεύουσας.
Η Όλγα Κεφαλογιάννη, λειτουργώντας ως ο απόλυτος τελετάρχης ενός εξωραϊσμένου αφηγήματος, μοιάζει να ενοχλείται όχι από κάποια υποτιθέμενη δυσφήμηση της πόλης, αλλά από την ίδια την αλήθεια.
Η ενόχλησή της πηγάζει από το γεγονός ότι ο Χάρης Δούκας αρνείται να περάσει από το «τελωνείο» της κυβερνητικής αισθητικής και τολμά να κατονομάσει την ασφυξία μιας Αθήνας που μετατρέπεται σταδιακά σε ένα απέραντο, απρόσωπο ξενοδοχείο.
Το επιτελικό κράτος του Μητσοτάκη, με την Κεφαλογιάννη στην πρώτη γραμμή, υπερασπίζεται μια πόλη-προϊόν: λεία, εμπορεύσιμη και αποστειρωμένη από τις ενοχλητικές φωνές των μόνιμων κατοίκων της. Σε αυτή τη νεοφιλελεύθερη παθολογία της βιτρίνας, γειτονιές με ιστορικό βάθος όπως το Κουκάκι, τα Εξάρχεια και η Κυψέλη αντιμετωπίζονται ως απλοί διάδρομοι για βαλίτσες και airbnb, όπου η καθημερινότητα των ανθρώπων θυσιάζεται στον βωμό του «εξαγώγιμου αφηγήματος». Η Υπουργός δεν προστατεύει την Αθήνα· προστατεύει την εικόνα της, ζητώντας από τους πολίτες να υπομένουν την εκτόπιση και την ακρίβεια σιωπηλά, για να μη χαλάσουν τη «φωτογραφία» του διεθνούς lifestyle.
Απέναντι σε αυτή την κυνική διαχείριση, ο Χάρης Δούκας ορθώς επιλέγει την ηθική της υπεράσπισης του δημόσιου χώρου. Η τοποθέτησή του ότι η Αθήνα δεν μπορεί να λειτουργεί αποκλειστικά για τον επισκέπτη είναι η πιο στοιχειώδης πράξη πατριωτισμού της πόλης. Είναι προσβολή να βαφτίζεται «ανάπτυξη» η σταδιακή αδυναμία των ανθρώπων να μείνουν στα σπίτια τους και να παρουσιάζεται ως εθνική επιτυχία η διάλυση του κοινωνικού ιστού. Ο Δήμαρχος αναδεικνύει το αυτονόητο: ο τουρισμός, ως μηχανισμός αναδιανομής προς τα πάνω, δεν μπορεί να αφήνει πίσω του μόνο φθορά, σκουπίδια και στενότερα πεζοδρόμια, ενώ τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται στο κέντρο των αποφάσεων.
Το ζήτημα του τέλους ανθεκτικότητας αποτελεί το αποκορύφωμα αυτής της θεσμικής πρόκλησης. Είναι ανεπίτρεπτο η κυβέρνηση να εισπράττει από την επιβάρυνση της πόλης και να αντιμετωπίζει τον Δήμο ως επαίτη, αφήνοντάς τον μόνο στη διαχείριση των υποδομών που καταρρέουν. Ο Δούκας απαιτεί οι πόροι να επιστρέφουν εκεί που παράγεται η κόπωση, όχι ως υπουργική μεγαθυμία, αλλά ως δικαίωμα. Η Αθήνα δεν χρειάζεται άλλους διακοσμητές της παρακμής της, αλλά πολιτικές που θα την επαναφέρουν στους ανθρώπους της, σπάζοντας το ταμπού ότι οι κάτοικοι πρέπει να χαμογελούν ενώ τους ξενοικιάζουν από την ίδια τους τη ζωή.



