7 Ιουνίου, 2026

Η Ανατροπή στην Ενημέρωση!

Expand search form

Η δίκη των Τεμπών επιστρέφει δυναμικά: Ολόκληρο το καλοκαίρι στο εδώλιο, οι μάρτυρες, το “υποκριτικό” Δημόσιο και το μεγάλο ερώτημα για το τροχαίο υλικό

Όλες οι κατηγορίες: ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Κοινοποιήστε

Μετά από έναν ολόκληρο μήνα αναγκαστικής διακοπής, που κρίθηκε απαραίτητος για την εκτέλεση τεχνικών εργασιών στο κτίριο του campus ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ όπου στεγάζεται το δικαστήριο, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων που είναι επιφορτισμένο με τη δικαστική διερεύνηση της τραγικής υπόθεσης των Τεμπών επέστρεψε με απροσδόκητα αποφασιστικότητα. Η βούληση των δικαστικών λειτουργών να δώσουν ταχύτητα στη διαδικασία αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο νέο πρόγραμμα: οι συνεδριάσεις θα συνεχιστούν ακατάπαυστα καθ’ όλη τη διάρκεια της θερινής περιόδου, με το δικαστήριο να συνεδριάζει σχεδόν ολόκληρο το καλοκαίρι. Η μόνη, προγραμματισμένη εξαίρεση αφορά τον μήνα Αύγουστο, όταν και θα πραγματοποιηθεί μία σύντομη διακοπή, με το δικαστήριο να επανέρχεται σε πλήρη σύνθεση και ρυθμό τον Σεπτέμβριο. Η τελευταία προγραμματισμένη συνεδρίαση πριν από τη θερινή εκκρεμότητα έχει οριστεί για τις 28 Ιουλίου.

Παρά την εντυπωσιακή δικαστική κινητοποίηση, το διαχρονικό και βασανιστικό ερώτημα που απασχολεί τόσο τους διαδίκους όσο και την κοινή γνώμη, παραμένει ακόμη χωρίς ξεκάθαρη απάντηση: Πότε ακριβώς θα ορκιστεί ο πρώτος μάρτυρας και θα ξεκινήσει, επιτέλους, η ουσιαστική ακροαματική διαδικασία; Η απάντηση συνεχίζει να είναι εξαιρετικά δυσπρόβλεπτη, καθώς οι νομικές διαδικασίες που προηγούνται της κλήσης μαρτύρων αποδεικνύονται πιο χρονοβόρες από ό,τι αρχικά είχε εκτιμηθεί.

Μέχρι στιγμής, η διαδικασία βρίσκεται ακόμη στη φάση των τοποθετήσεων επί της εισαγγελικής πρότασης που αφορά την υποστήριξη των κατηγοριών. Σε αυτή τη φάση, όλοι οι δικηγόροι —τόσο αυτοί που εκπροσωπούν την πολιτική αγωγή (συγγενείς θυμάτων και επιζώντες), όσο και οι συνήγοροι υπεράσπισης των 36 κατηγορουμένων— παίρνουν διαδοχικά τον λόγο, εκθέτοντας τις νομικές τους θέσεις και αντιρρήσεις στην εισήγηση της εισαγγελέως της έδρας. Η τελευταία συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 3 Ιουλίου διακόπηκε πρόωρα, στη μέση ακριβώς της τοποθέτησης της κ. Ζωής Κωνσταντοπούλου, η οποία εκπροσωπεί δεκάδες συγγενείς θυμάτων. Η δικαστική αίθουσα θα ανοίξει ξανά τη Δευτέρα, 9 Ιουνίου, με την ηχηρή προτεραιότητα να είναι η ολοκλήρωση της παρέμβασης της κ. Κωνσταντοπούλου. Στη συνέχεια, θα ακολουθήσουν οι νομικές τοποθετήσεις όσων συγγενών θυμάτων και επιζώντων δεν έχουν ακόμη τοποθετηθεί επί της εισαγγελικής πρότασης.

Μόλις ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος των συνηγόρων της πολιτικής αγωγής, η σκυτάλη θα περάσει στους συνηγόρους υπεράσπισης των κατηγορουμένων, οι οποίοι με τη σειρά τους θα τοποθετηθούν επί της ίδιας εισαγγελικής πρότασης. Και δεν τελειώνει εδώ η νομική προεργασία: στη συνέχεια θα ακολουθήσει η κατάθεση και η συζήτηση ενστάσεων επί του κατηγορητηρίου, μια διαδικασία που αναμένεται να είναι χρονοβόρα, καθώς κάθε λεπτομέρεια του κατηγορητηρίου αναμένεται να αμφισβητηθεί νομικά. Συνεπώς, οι επικρατούσες εκτιμήσεις κινούνται σε δύο βασικά σενάρια. Το πρώτο, το λεγόμενο “αισιόδοξο”, προβλέπει ότι, εάν όλες οι διαδικασίες τρέξουν ομαλά και χωρίς απρόοπτες εντάσεις, ο πρώτος μάρτυρας θα μπορούσε να ορκιστεί προς το τέλος Ιουλίου, ίσως και λίγο πριν από τις 28 Ιουλίου. Το δεύτερο, πιο ρεαλιστικό σενάριο, μεταθέτει την έναρξη της κατάθεσης των πρώτων μαρτύρων για τις συνεδριάσεις του Σεπτεμβρίου, όταν το δικαστήριο θα επαναλειτουργήσει μετά την Αυγουστιάτικη διακοπή. Υπάρχει, όμως, και μια τρίτη, εξαιρετικά απογοητευτική εκτίμηση, που εκφράζεται υποδόρια σε νομικούς κύκλους: ότι ακόμη και τα δύο πιο “αισιόδοξα” σενάρια είναι στην πραγματικότητα υπερβολικά αισιόδοξα, και ότι οι διαδικαστικές παρελκύσεις μπορεί να παρατείνουν ακόμη περισσότερο την έναρξη της ουσιαστικής ακροαματικής διαδικασίας.

Οι πρώτοι μάρτυρες που αναμένεται να κληθούν στο εδώλιο και να καταθέσουν υπό όρκο, σε μια δίκη που έχει συγκεντρώσει τεράστιο κοινωνικό ενδιαφέρον, δεν είναι πολιτικά πρόσωπα ούτε κορυφαία στελέχη του ΟΣΕ. Πρόκειται για δύο υπαλλήλους της εταιρείας «Αυτοκινητόδρομος ΑΙΓΑΙΟ», η οποία διαχειρίζεται τον εθνικό άξονα, και αμέσως μετά θα ορκιστούν και θα καταθέσουν οι δύο πρώτοι αστυνομικοί του Αστυνομικού Τμήματος Τεμπών, εκείνοι που έφτασαν πρώτοι στον τόπο της σιδηροδρομικής καταστροφής τα ξημερώματα της 28ης Φεβρουαρίου 2023, βλέποντας για πρώτη φορά το απροσμέγεθες μέγεθος της τραγωδίας.

Προκειμένου να επιταχυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η διαδικασία, το δικαστήριο έχει ήδη καταρτίσει ένα πυκνό πρόγραμμα συνεδριάσεων. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Ιουνίου, οι εργασίες θα διεξάγονται κάθε Τρίτη και Τετάρτη, χωρίς διακοπή, μέχρι και την 1η Ιουλίου. Τις δύο πρώτες εβδομάδες του Ιουλίου, ο ρυθμός γίνεται ακόμα πιο έντονος, με τρεις συνεδριάσεις την εβδομάδα, από Δευτέρα έως Τετάρτη. Στη συνέχεια, και για τις δύο τελευταίες εβδομάδες του Ιουλίου, το δικαστήριο θα συνεδριάζει κάθε Δευτέρα και Τρίτη, μέχρι την τελική προγραμματισμένη συνεδρίαση της 28ης Ιουλίου.

Η αμφιλεγόμενη στάση του Ελληνικού Δημοσίου: Υποκριτική, προσχηματική και με βαθιές αντιφάσεις

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων συνεδριάσεων, η ατμόσφαιρα στη δικαστική αίθουσα έχει γίνει ιδιαίτερα φορτισμένη, με τους τόνους να ανεβαίνουν κατακόρυφα. Το έναυσμα για την ένταση αυτή δεν ήταν κάποια ουσιαστική αποκάλυψη για την τραγωδία, αλλά η στάση που επέλεξε να κρατήσει το ελληνικό Δημόσιο, διά των εκπροσώπων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Συγκεκριμένα, το Νομικό Συμβούλιο δήλωσε ότι υποστηρίζει την κατηγορία, αλλά με μια εξαιρετικά σημαντική και αποκαλυπτική επιφύλαξη: την υποστήριξη αυτή την περιορίζει μόνο στους τρεις σταθμάρχες και σε έναν πρώην επιθεωρητή διοίκησης του ΟΣΕ στη Λάρισα. Όλοι αυτοί οι τέσσερις κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, το βαρύτατο κακούργημα της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών ανθρώπων (συγκεκριμένα 57 νεκρών και 180 τραυματιών).

Η επικεφαλής του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους στη Λάρισα, κ. Βάια Παπακωνσταντίνου, αιτιολόγησε αυτήν την επιλογή δηλώνοντας ότι, κατά την κρίση του Δημοσίου, οι τέσσερις αυτοί υπάλληλοι του ΟΣΕ αποτελούν «τον βασικό πυρήνα του εγκλήματος». Η δήλωση αυτή, ωστόσο, προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση μεγάλης μερίδας δικηγόρων της πολιτικής αγωγής. Η παράσταση του ελληνικού Δημοσίου χαρακτηρίστηκε εξαρχής σε νομικούς κύκλους ως «υποκριτική», ενώ στις τελευταίες συνεδριάσεις οι χαρακτηρισμοί έγιναν ακόμα πιο σκληροί: «προσχηματική», «αβάσιμη» και «πρόχειρη» ήταν μερικές μόνο από τις εκφράσεις που ακούστηκαν.

Το ζήτημα δεν είναι, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, το ότι το Δημόσιο αιφνιδίασε τους πάντες, αποφασίζοντας στη μέση της δίκης να υποστηρίξει την κατηγορία χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε διαρροή ή ενημέρωση για το περιεχόμενο της παράστασης. Ούτε καν είναι η εντυπωσιακή νομική αντίφαση, ότι στην παράλληλη δίκη των ελεγκτών της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, το Δημόσιο, πάλι μέσω του Νομικού Συμβουλίου, αποφάσισε να υπερασπιστεί τους κατηγορούμενους, ενώ στα Τέμπη επέλεξε να επιτεθεί. Η πραγματική και βαθύτερη αιτία της οργής, όπως αυτή εκφράστηκε δημόσια στο ακροατήριο, είναι πολύ πιο ουσιαστική και συγκλονιστική.

Οι δικηγόροι των συγγενών και των επιζώντων κατήγγειλαν ότι το ίδιο το ελληνικό Δημόσιο, ως ο κύριος μέτοχος και ρυθμιστής του σιδηροδρομικού δικτύου, φέρει τεράστια ευθύνη για το δυστύχημα, καθώς επί δεκαετίες αμέλησε να εκτελέσει τα βασικά έργα υποδομής που θα διασφάλιζαν την ομαλή και ασφαλή κυκλοφορία των τρένων. Η λίστα των ελλείψεων είναι μακρά και τραγικά γνωστή: φωτεινοί σηματοδότες, σύστημα αυτόματης πέδησης (τηλεδιοίκηση), ασφαλής επικοινωνία μεταξύ σταθμαρχών και μηχανοδηγών. Αυτή η διαχρονική, συστημική αποτυχία της πολιτείας να εκσυγχρονίσει τον σιδηρόδρομο οδήγησε, σύμφωνα με τους συνηγόρους, στη φονική σύγκρουση της 28ης Φεβρουαρίου 2023, μια τραγωδία που κόστισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους. Και η κορύφωση της υποκρισίας, κατά την άποψή τους, είναι ότι το ίδιο αυτό παραμελημένο Δημόσιο εμφανίζεται τώρα στη δίκη για να “υποστηρίξει την κατηγορία” σε βάρος ορισμένων κατώτερων υπαλλήλων, αποποιούμενο τη δική του θεσμική και πολιτική ευθύνη. Η δίκη περιλαμβάνει, άλλωστε, συνολικά 36 κατηγορούμενους, μεταξύ των οποίων ανώτεροι υπάλληλοι του ΟΣΕ (όπου το Δημόσιο είναι βασικός μέτοχος), υπάλληλοι της ΕΡΓΟΣΕ, δύο ανώτεροι αξιωματούχοι του Υπουργείου Μεταφορών, ακόμα και η πρώην πρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων.

Η εισαγγελική πρόταση και το αναπάντητο ερώτημα: Σε ποιον ανήκει το τροχαίο υλικό;

Η εισαγγελέας της έδρας, από την πλευρά της, τοποθετήθηκε επί των παραστάσεων υποστήριξης της κατηγορίας με μια πρόταση που έχει προκαλέσει επίσης συζητήσεις. Η βασική της εισήγηση είναι απορριπτική απέναντι στο ελληνικό Δημόσιο, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Η εισαγγελέας υποστήριξε ότι το Δημόσιο δεν μπορεί να παραστεί ως υποστηρίζον την κατηγορία γιατί, σύμφωνα με τη δική της νομική ανάλυση, το Δημόσιο δεν υπέστη άμεση υλική ζημία από το δυστύχημα. Η υλική ζημιά —η καταστροφή των τρένων και των σιδηροδρομικών γραμμών— βαρύνει αποκλειστικά τον ΟΣΕ, καθώς αυτός είναι, σύμφωνα με την ίδια, ο αποκλειστικός κύριος της σιδηροδρομικής υποδομής της χώρας. Εν ολίγοις, η εισαγγελέας μετέφερε το ερώτημα από τον χώρο της πολιτικής ευθύνης στον χώρο της κυριότητας: κάτοχος του τροχαίου υλικού που ενεπλάκη στο δυστύχημα είναι ο ΟΣΕ, όχι το Δημόσιο.

Αυτό, όμως, το επιχείρημα ανοίγει έναν νέο, εξόχως σημαντικό γρίφο. Διότι το ερώτημα «σε ποιον ανήκει το τροχαίο υλικό;» παραμένει επίσημα αναπάντητο εδώ και τρία χρόνια και τέσσερις μήνες από την τραγωδία. Δεν είναι μια απλή λεπτομέρεια. Η απάντηση θα μπορούσε να καθορίσει αστικές και ποινικές ευθύνες. Και εδώ έρχεται μια αποκάλυψη που προκάλεσε αίσθηση στην τελευταία συνεδρίαση: η ίδια η εκπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, παραδεχόμενη έμμεσα την έλλειψη γνώσης, ζήτησε επίσημα χρόνο από το δικαστήριο προκειμένου να ερευνήσει και να εντοπίσει τον πραγματικό κάτοχο του τροχαίου υλικού, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να τον γνωστοποιήσει στη δίκη. Το γεγονός ότι τρία χρόνια μετά, το ίδιο το κράτος δεν γνωρίζει με βεβαιότητα σε ποιον ανήκουν τα τρένα που κάηκαν είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της γραφειοκρατικής αποδιοργάνωσης που οδήγησε στην τραγωδία.

Η εισαγγελική πρόταση για τις παραστάσεις: Δεκτοί οι δικηγορικοί σύλλογοι, όχι το Δημόσιο

Καταληκτικά, η πρόταση της εισαγγελέως της έδρας, όπως διατυπώθηκε στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις, αποτελεί το επίκεντρο του νομικού ενδιαφέροντος. Πιο αναλυτικά, η εισαγγελέας εισηγήθηκε: Πρώτον, να απορριφθούν οι παραστάσεις υποστήριξης της κατηγορίας γενικά —τόσο από συγγενείς θυμάτων όσο και από επιζώντες— όσον αφορά την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος, η οποία βαρύνει τρεις συγκεκριμένους κατηγορούμενους. Αυτοί είναι τα δύο μέλη της επιτροπής που ενέκριναν, κατά παράβαση του νόμου, τη μετάταξη του σταθμάρχη Λάρισας, καθώς και τον πρώην πρόεδρο του ΟΣΕ, ο οποίος επιπλέον βαρύνεται και με κακούργημα. Σε αυτό το σημείο της πρότασης, εκφράστηκαν ριζικές αντιρρήσεις από το σύνολο σχεδόν των δικηγόρων της πολιτικής αγωγής. Δεύτερον, η εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη της παράστασης υποστήριξης από το σωματείο των μηχανοδηγών. Τρίτον, και σε πλήρη αντίθεση με τη στάση της απέναντι στο Δημόσιο, η εισαγγελέας πρότεινε να γίνουν δεκτές οι παραστάσεις που έχουν καταθέσει Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας, κρίνοντας ότι η υπόθεση των Τεμπών αποτελεί ζήτημα μείζονος κοινωνικού ενδιαφέροντος, το οποίο αφορά το σύνολο της νομικής κοινότητας και των πολιτών. Η πρόταση αυτή, όταν και εφόσον γίνει αποδεκτή, θα επιτρέψει στους Δικηγορικούς Συλλόγους να συμμετέχουν ενεργά στην υποστήριξη της κατηγορίας, γεγονός που προσδίδει μια ακόμα πιο δραματική διάσταση στο καθεστώς αδιαφορίας που επέδειξε το κράτος.

Προηγούμενο Άρθρο

Πολύ πιθανό το Ειδικό Δικαστήριο για τον Τριαντόπουλο

Επόμενο Άρθρο

Η κριτική στις δημοσκοπήσεις και ο πολιτικός αντίκτυπος

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Παύλος Ασλανίδης για Μαρία Καρυστιανού: Ο σύλλογος για τα θύματα των Τεμπών δεν έγινε για κομματικές φιλοδοξίες

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΑποστάσεις κράτησε ο Παύλος Ασλανίδης για ακόμη μια φορά από το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» που ανακοίνωσε η ίδια την […]

Κακοποιούσε το βρέφος της, το άφησε με μόνιμες σωματικές βλάβες και καταδικάστηκε σε 3 χρόνια με αναστολή

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΣε φυλάκιση τριών ετών, με τριετή αναστολή, καταδικάστηκε 40χρονη, η οποία παραπέμφθηκε να δικαστεί στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης, με την […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *