Η άρνηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να επιτρέψει την κλήση του Ταλ Ντίλιαν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, παρά τη συμπλήρωση του απαιτούμενου αριθμού υπογραφών από την αντιπολίτευση, προκαλεί έντονες πολιτικές αντιδράσεις και γεννά σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη φέρνει ξανά στο προσκήνιο το σκάνδαλο των παράνομων παρακολουθήσεων, αναδεικνύοντας τις μεθοδεύσεις που χρησιμοποιούνται προκειμένου να προστατευτούν πρόσωπα-κλειδιά από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής, Θανάσης Μπούρας, ενημερώνοντας τους κοινοβουλευτικούς συντάκτες, μετέθεσε τις εξελίξεις για μετά τις 20 Ιουνίου, οπότε και προσδιορίστηκε συνεδρίαση με αντικείμενο τη συζήτηση του αιτήματος της μειοψηφίας. Ο ίδιος οχυρώθηκε πίσω από την τυπική τήρηση του Κανονισμού της Βουλής, αποφεύγοντας ωστόσο να δώσει πειστικές απαντήσεις για τη δημιουργία δύο ταχυτήτων στη διαδικασία.
Όταν κλήθηκε να σχολιάσει γιατί στην περίπτωση των Δεμίρη και Τζαβέλλα η κλήση έγινε άμεσα και χωρίς ενδιάμεσο διαδικαστικό στάδιο συζήτησης, επέλεξε την τακτική της σιωπής, αρνούμενος να τοποθετηθεί στο καίριο ερώτημα που του τέθηκε.
Η νομική και θεσμική βάση του αιτήματος της αντιπολίτευσης εδράζεται ξεκάθαρα στο άρθρο 43Α του Κανονισμού της Βουλής, το οποίο ορίζει ρητά ότι η Επιτροπή έχει το δικαίωμα και τη δικαιοδοσία να καλεί σε ακρόαση κρατικούς λειτουργούς καθώς και οποιοδήποτε δημόσιο πρόσωπο, όταν εξετάζονται ζητήματα που άπτονται της διαφάνειας και της εύρυθμης λειτουργίας των θεσμών. Μάλιστα, ο νόμος προβλέπει ότι η προσέλευση των προσώπων αυτών είναι υποχρεωτική, υπογραμμίζοντας τη σημασία της λογοδοσίας.
Η επιλογή της πλειοψηφίας να αμφισβητήσει εμμέσως την ιδιότητα του Ταλ Ντίλιαν ως δημόσιου προσώπου στερείται λογικής βάσης και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα πραγματικά περιστατικά. Πρόκειται για τον πρώην διοικητή επίλεκτης τεχνολογικής μονάδας των μυστικών υπηρεσιών του ισραηλινού στρατού, ο οποίος έχει ήδη καταδικαστεί πρωτόδικα σε ποινή φυλάκισης 126 ετών για την εμπλοκή του στο δίκτυο των παράνομων παρακολουθήσεων. Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με τις άδειες εξαγωγής παράνομου λογισμικού στη Μαδαγασκάρη, οι οποίες εκδόθηκαν με την έγκριση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, ενώ οι δημόσιες τοποθετήσεις του σε μέσα ενημέρωσης έχουν προκαλέσει ισχυρούς πολιτικούς κραδασμούς. Το να αντιμετωπίζεται ένα τέτοιο πρόσωπο ως ιδιώτης που δεν αφορά τη δημόσια σφαίρα αποτελεί θεσμικό παράδοξο.
Η διαφαινόμενη απόφαση της Νέας Δημοκρατίας να μπλοκάρει οριστικά την παρουσία του Ντίλιαν στη Βουλή ξεπερνά τα όρια της συνήθους κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια κίνηση ισοδυναμεί με έμμεση πλην σαφή ομολογία ενοχής. Η συστηματική προσπάθεια να μείνει ο Ισραηλινός επιχειρηματίας στο σκοτάδι και μακριά από τον έλεγχο των βουλευτών επιβεβαιώνει τις υποψίες για την ύπαρξη βαθιάς σύνδεσης ανάμεσα στο Μέγαρο Μαξίμου, τον ίδιο τον πρωθυπουργό και τη διαχείριση του παράνομου λογισμικού παρακολούθησης στην Ελλάδα.



