Η χθεσινή ιστορική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για τη Χρυσή Αυγή δεν αποτελεί απλώς μια δικαστική νίκη, αλλά μια ηχηρή επιβεβαίωση της δημοκρατικής νομιμότητας απέναντι στο σκοτάδι του νεοναζισμού.
Με την τελεσίδικη αναγνώριση της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης, η ελληνική Δικαιοσύνη κλείνει οριστικά το κεφάλαιο της αμφισβήτησης, σφραγίζοντας την ενοχή των 42 κατηγορουμένων που, κάτω από τον μανδύα του πολιτικού κόμματος, οργάνωσαν και εκτέλεσαν εγκλήματα που συγκλόνισαν τη χώρα.
Στο επίκεντρο της σημερινής διαδικασίας βρίσκεται η απέλπιδα προσπάθεια των συνηγόρων υπεράσπισης να εξασφαλίσουν ελαφρυντικά για τους εντολείς τους. Είναι μια «μάχη» εντυπώσεων και νομικών ελιγμών, όπου επικαλούνται τον «πρότερο σύννομο βίο» ή την «καλή συμπεριφορά» ανθρώπων που κρίθηκαν ένοχοι για διεύθυνση και ένταξη σε μια οργάνωση που δολοφόνησε τον Παύλο Φύσσα και επιτέθηκε βάναυσα σε αλιεργάτες στο Πέραμα. Προκαλεί, μάλιστα, αλγεινή εντύπωση η αναφορά στην εκλογική επιτυχία του Ηλία Κασιδιάρη ως τεκμήριο «καλής συμπεριφοράς», λες και η λαϊκή ψήφος μπορεί να ξεπλύνει την ποινική ευθύνη για τη συμμετοχή σε εγκληματική δομή.
Η σημασία αυτής της δευτεροβάθμιας απόφασης έγκειται στην ουσιαστική πιθανότητα αυστηροποίησης των ποινών. Η έφεση που είχε ασκήσει ο εισαγγελέας Στ. Κωσταρέλος ανοίγει τον δρόμο για μεγαλύτερες ποινές κάθειρξης, ειδικά για τους επτά διευθυντές της οργάνωσης —τους Μιχαλολιάκο, Κασιδιάρη, Λαγό, Παππά, Παναγιώταρο, Γερμενή και Ματθαιόπουλο— οι οποίοι πλέον βρίσκονται αντιμέτωποι με το ανώτατο όριο των 15 ετών. Η Δικαιοσύνη καλείται να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αναγνωρίζοντας ότι η ηγεσία μιας εγκληματικής οργάνωσης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με επιείκεια, όταν η δράση της στράφηκε ευθέως κατά των θεμελίων της πολιτείας.
Το πλέον κρίσιμο σημείο της επικείμενης απόφασης επί των ποινών είναι η επιστροφή στη φυλακή για μια σειρά πρώην βουλευτών που μέχρι σήμερα κυκλοφορούσαν ελεύθεροι με αναστολή. Ονόματα όπως η Ελένη Ζαρούλια, ο Στάθης Μπούκουρας και ο Χρυσοβαλάντης Αλεξόπουλος βρίσκονται πλέον στο κατώφλι του σωφρονιστικού καταστήματος. Η κοινωνία απαιτεί την πλήρη έκτιση των ποινών, καθώς η προσωρινή ελευθερία που απόλαυσαν ορισμένοι καταδικασθέντες λειτούργησε όλα αυτά τα χρόνια ως μια ανοιχτή πληγή για το αίσθημα δικαίου.
Η ολοκλήρωση αυτής της δίκης σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη θεωρία στην πράξη. Η καταδίκη του Γιώργου Ρουπακιά και των συνεργών του για τη στυγερή δολοφονία του Φύσσα, καθώς και των δραστών της επίθεσης στο Πέραμα, δεν είναι μόνο μια δικαίωση για τα θύματα και τις οικογένειές τους. Είναι το τελικό μήνυμα ότι η εγκληματική δράση υπό το πρόσχημα της ιδεολογίας δεν έχει θέση σε μια ευνομούμενη κοινωνία. Η ώρα που οι πόρτες της φυλακής θα κλείσουν πίσω από το σύνολο της ηγεσίας και των εκτελεστικών οργάνων της Χρυσής Αυγής είναι η ώρα που η δημοκρατία θα μπορεί να αναπνεύσει ξανά με μεγαλύτερη ανακούφιση.



