Η σημερινή πολιτική συνθήκη δεν μπορεί να αναγνωστεί με όρους απλής εναλλαγής διαχείρισης. Το κυρίαρχο μοντέλο εξουσίας έχει παγιώσει μια δομή όπου η οικονομική ανισότητα βαθαίνει, η κοινωνική κινητικότητα περιορίζεται και η δημόσια πολιτική υποτάσσεται σε λογικές συγκεντρωτισμού και επικοινωνιακής υπεροχής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κυβερνητική σταθερότητα προβάλλεται ως επίτευγμα, ενώ στην πράξη λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησης ενός ήδη άνισου status quo.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια, όπως αποτυπώνεται σε μια σειρά από πρόσφατες δημοσκοπικές καταγραφές, δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Αντίθετα, συγκροτεί ένα διαρκές ρεύμα απαίτησης για αλλαγή πορείας. Η πολιτική φθορά δεν αφορά μόνο πρόσωπα ή κυβερνητικές επιλογές, αλλά ένα συνολικό μοντέλο διακυβέρνησης που δείχνει να έχει εξαντλήσει τα ιστορικά του όρια.
Σε αυτό το περιβάλλον, η προοδευτική παράταξη δεν μπορεί να περιορίζεται σε ρόλο θεατή ή διαχειριστή της δυσαρέσκειας. Οφείλει να αναμετρηθεί με το βασικό ερώτημα της εποχής: αν μπορεί να συγκροτηθεί μια πειστική, κοινωνικά ριζωμένη και προγραμματικά συνεκτική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Χωρίς αυτή την απάντηση, η πολιτική αλλαγή παραμένει σύνθημα χωρίς υλική υπόσταση.
Η συζήτηση για πιθανές συγκλίσεις στον προοδευτικό χώρο δεν είναι τεχνικό ζήτημα κομματικών ισορροπιών. Είναι ζήτημα στρατηγικής επιβίωσης ενός πολιτικού ρεύματος που ιστορικά συνδέθηκε με την κοινωνική πρόοδο, τη διεύρυνση δικαιωμάτων και την ενίσχυση του δημόσιου συμφέροντος. Η άρνηση του διαλόγου στο όνομα της αυτοαναφορικότητας οδηγεί σε πολιτική αδράνεια και σε περαιτέρω απομάκρυνση από την κοινωνική πραγματικότητα.
Το αίτημα για πολιτική αλλαγή δεν εκφράζεται πλέον μόνο ως διαμαρτυρία. Διαμορφώνεται ως ανάγκη ανασυγκρότησης του ίδιου του τρόπου άσκησης της εξουσίας. Αυτό σημαίνει αναθεώρηση προτεραιοτήτων, ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, ανακατανομή πόρων και επαναθεμελίωση της σχέσης πολίτη και πολιτικής.
Η ευθύνη των προοδευτικών δυνάμεων είναι να μεταφράσουν αυτή τη δυναμική σε συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο. Όχι ως άθροισμα κομματικών μηχανισμών, αλλά ως νέα κοινωνική συμφωνία που θα δίνει περιεχόμενο στην έννοια της δημοκρατικής διακυβέρνησης.
Η πολιτική αλλαγή δεν είναι αφηρημένη υπόσχεση. Είναι διαδικασία σύγκρουσης με κατεστημένες ισορροπίες και ταυτόχρονα διαδικασία οικοδόμησης νέων. Το αν θα αποκτήσει υλική μορφή εξαρτάται από την ικανότητα των προοδευτικών δυνάμεων να αρθούν στο ύψος των ιστορικών απαιτήσεων της συγκυρίας.


