Ένταση χωρίς πολιτικό περιεχόμενο, με μοναδικό διακύβευμα τις εντυπώσεις, καταγράφηκε στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων, όταν ο επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης Κώστας Μπακογιάννης επέλεξε να διακόψει τη διαδικασία πριν καν αυτή αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο.
Η Πρόεδρος του σώματος Δέσποινα Λιμνιωτάκη, τηρώντας το θεσμικό πλαίσιο, έδωσε τον λόγο –όπως προβλέπεται– σε δημότη που βρίσκεται σε απεργία πείνας, παρουσία πολιτών που στήριζαν το αίτημά του. Μια κίνηση στοιχειώδους δημοκρατικής ευαισθησίας, που σε κάθε λειτουργικό αυτοδιοικητικό όργανο θεωρείται αυτονόητη.
Ωστόσο, ο κ. Μπακογιάννης επέλεξε να αγνοήσει πλήρως το περιεχόμενο και τη βαρύτητα της παρέμβασης, παρεμβαίνοντας διαρκώς και διακόπτοντας την Πρόεδρο, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η εισαγωγική διαδικασία. Η στάση αυτή δεν συνιστά απλώς θεσμική απρέπεια· συνιστά πολιτική επιλογή υποβάθμισης μιας ανθρώπινης διαμαρτυρίας που φέρει το πιο ακραίο μέσο πίεσης: την ίδια τη ζωή.
Η εικόνα ενός επικεφαλής αντιπολίτευσης που επιλέγει να υπερκεράσει τη φωνή ενός απεργού πείνας για να καταγράψει τηλεοπτικό χρόνο, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Δεν πρόκειται για «ένταση της στιγμής», αλλά για μια συνειδητή στρατηγική μετατόπισης της συζήτησης από την ουσία στον θόρυβο.
Σε μια περίοδο που η τοπική αυτοδιοίκηση καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί πιο κοντά στον πολίτη από ποτέ, τέτοιες συμπεριφορές λειτουργούν απονομιμοποιητικά. Διότι όταν η ανθρώπινη αγωνία μετατρέπεται σε σκηνικό μικροπολιτικής αντιπαράθεσης, το πρόβλημα δεν είναι διαδικαστικό — είναι βαθιά πολιτικό.
Και τελικά, η εικόνα που μένει δεν αφορά μόνο ένα επεισόδιο κακής κοινοβουλευτικής συμπεριφοράς. Αφορά ένα μοντέλο άσκησης πολιτικής που επιλέγει την επίδειξη αντί της ευθύνης και την ένταση αντί της ακρόασης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πολίτες δεν αποτελούν συνομιλητές, αλλά φόντο. Και αυτό, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστεί ως «δυναμική παρέμβαση», δεν είναι τίποτε περισσότερο από θεσμική οπισθοδρόμηση.



