Η πρόσφατη τοποθέτηση της Όλγας Κεφαλογιάννη για την πορεία του ελληνικού τουρισμού το 2026, μέσα σε ένα εκρηκτικό γεωπολιτικό περιβάλλον, αναδεικνύει για ακόμη μια φορά το δομικό πρόβλημα της εγχώριας τουριστικής πολιτικής: την έλλειψη αντανακλαστικών και την προσκόλληση σε μια παθητική διαχείριση που βαφτίζεται «συγκρατημένη αισιοδοξία». Ενώ η Ανατολική Μεσόγειος φλέγεται και οι διεθνείς αγορές αναζητούν ασφάλεια, το Υπουργείο Τουρισμού μοιάζει να περιορίζεται στον ρόλο του παρατηρητή, ελπίζοντας ότι το «brand Ελλάδα» θα λειτουργήσει ως αυτόματος πιλότος για μια ακόμη χρονιά.
Η ρητορική περί «χρηματιστηριακής πρόβλεψης» που υιοθετείται από το κυβερνητικό επιτελείο στερείται βάθους. Η υπουργός, παρακολουθώντας το ντιμπέιτ μεταξύ «ανόδου» και «φρένου», φαίνεται να αγνοεί πως ο τουρισμός δεν είναι ένα παίγνιο τύχης, αλλά ένας κλάδος που απαιτεί επιθετική θωράκιση απέναντι στις κρίσεις. Η θεωρία ότι η Ελλάδα θα ωφεληθεί ως «ασφαλές καταφύγιο» έναντι των γειτόνων της είναι τουλάχιστον παρακινδυνευμένη. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι γεωπολιτικές αναταράξεις στην περιοχή δεν λειτουργούν με τη λογική των συγκοινωνούντων δοχείων, αλλά συχνά προκαλούν ένα συνολικό πάγωμα της ταξιδιωτικής διάθεσης για ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου.
Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι, την ώρα που το κόστος ζωής και οι τιμές των καυσίμων διεθνώς πιέζουν το διαθέσιμο εισόδημα των τουριστών, η ηγεσία του Υπουργείου επιλέγει να «κρατά μικρό καλάθι» αντί να παρουσιάζει ένα δυναμικό σχέδιο διαχείρισης κρίσεων. Η λογική του «περιμένουμε να δούμε τις κρατήσεις» θυμίζει περισσότερο διαχειριστή τουριστικού γραφείου περασμένων δεκαετιών παρά σύγχρονο πολιτικό σχεδιασμό.
Η πραγματικότητα είναι ότι οι υποδομές της χώρας στενάζουν κάτω από το βάρος των προηγούμενων ετών, ενώ το μοντέλο «ήλιος και θάλασσα» δείχνει τα όριά του απέναντι στην αβεβαιότητα. Αντί για τολμηρές παρεμβάσεις που θα αναβαθμίσουν το προϊόν και θα το καταστήσουν ανθεκτικό σε εξωγενείς κραδασμούς, εισπράττουμε ευχολόγια και μετατόπιση της ευθύνης στις «διεθνείς συγκυρίες». Αν οι βαλίτσες μείνουν τελικά στο πατάρι, η ευθύνη δεν θα ανήκει μόνο στη γεωπολιτική σκακιέρα, αλλά και σε εκείνους που επέλεξαν να παραμείνουν θεατές, ελπίζοντας ότι η τύχη θα συνεχίσει να χαμογελά στην Ελλάδα.



