Ένας μικρός χαμός επικρατεί στη Χαριλάου Τρικούπη, καθώς η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής επιχειρεί να «τρέξει» τη διαδικασία εκλογής συνέδρων με μια μάλλον ευφάνταστη μεθοδολογία. Αντί η αντιπροσώπευση να προκύψει από τα εγγεγραμμένα και οικονομικά τακτοποιημένα μέλη, φαίνεται να εξετάζεται φόρμουλα που λαμβάνει υπόψη τα ποσοστά που κατέγραψαν η Νέα Δημοκρατία, ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, η Νίκη, η Ελληνική Λύση και λοιποί σχηματισμοί στις ευρωεκλογές. Με απλά λόγια, η κομματική γεωγραφία φέρεται να χαρτογραφείται όχι με βάση το ποιοι είναι μέσα στο σπίτι, αλλά με το τι ψήφισαν οι γείτονες.
Η συζήτηση έχει προκαλέσει εύλογες απορίες σε παλαιά στελέχη που θυμούνται ότι τα κόμματα, τουλάχιστον θεωρητικά, οργανώνονται γύρω από τα μέλη τους και όχι γύρω από τη στατιστική αποτύπωση της εκλογικής συμπεριφοράς τρίτων. Διότι άλλο πράγμα η πολιτική ανάλυση ενός αποτελέσματος και άλλο η εσωτερική συγκρότηση ενός συνεδρίου. Το πρώτο αφορά τη στρατηγική. Το δεύτερο τη δημοκρατική νομιμοποίηση.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάτω από τον καβγά για τα μέτρα, τις φόρμουλες και τις «σωστές» αναλογίες, περνά σχεδόν αθόρυβα μια λεπτομέρεια διόλου αμελητέα: περίπου το ένα τέταρτο του συνεδρίου, περί τους 1.000 έως 1.200 συνέδρους, θα είναι διορισμένοι. Οι λεγόμενοι, με μια δόση εσωκομματικού χιούμορ, «Αριστίδηδες». Δηλαδή πρόσωπα που δεν θα χρειαστεί να δοκιμαστούν στην κάλπη των μελών, αλλά θα βρεθούν στην αίθουσα με απόφαση των οργάνων.
Η πρόβλεψη αυτή, ασφαλώς, μπορεί να εδράζεται σε καταστατικές δυνατότητες. Ωστόσο, πολιτικά, δημιουργεί ένα παράδοξο. Την ώρα που αναπτύσσεται υψηλού τόνου ρητορική περί ανανέωσης, συμμετοχής και βάσης, ένα σημαντικό τμήμα της σύνθεσης του ανώτατου κομματικού οργάνου θα προκύψει άνευ εκλογικής διαδικασίας. Η έννοια της αντιπροσώπευσης αποκτά, έτσι, μια μάλλον ευέλικτη ερμηνεία.
Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν λείπουν εκείνοι που, με δηκτική διάθεση, διερωτώνται γιατί να ταλαιπωρείται ο κομματικός μηχανισμός με εσωκομματικές εκλογές, καταμετρήσεις και ενστάσεις. Αν το ζητούμενο είναι η ελεγχόμενη σύνθεση και η «ασφαλής» πλειοψηφία, μια κεντρική απόφαση θα εξοικονομούσε χρόνο, χρήμα και… νεύρα.
Βεβαίως, τα καταστατικά, οι διαδικασίες και η εσωκομματική δημοκρατία δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Είναι ο πυρήνας της αξιοπιστίας ενός πολιτικού οργανισμού που διεκδικεί ρόλο στο δημόσιο βίο. Κι όταν οι τεχνικές λεπτομέρειες αρχίζουν να θυμίζουν πολιτική μηχανική ακριβείας, η συζήτηση παύει να είναι «μπανάλ». Γίνεται βαθιά πολιτική.


