Σε μια περίοδο που η ακρίβεια έχει γίνει καθεστώς για τα περισσότερα νοικοκυριά, νέο «κύμα» αυξήσεων έρχεται να προστεθεί στα συμβόλαια υγείας.
Ασφαλιστικές εταιρείες, επικαλούμενες μια απόφαση που δεν έχει ακόμα ενεργοποιηθεί, αυξάνουν τα ασφάλιστρα από 8,5% έως και 13%, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις, για ασφαλισμένους άνω των 70 ετών, η αύξηση φτάνει το 30%.
Το γεγονός έχει προκαλέσει αντιδράσεις τόσο σε πολιτικό επίπεδο, με την βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Μιλένα Αποστολάκη να καταθέτει ερώτηση προς τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο, όσο και σε καταναλωτικό, με την ΕΚΠΟΙΖΩ να προχωρά σε εξώδικες προσκλήσεις και να κάνει λόγο για παραπλανητικές και αθέμιτες πρακτικές.
Στο επίκεντρο των καταγγελιών βρίσκεται η ασφαλιστική εταιρεία ΝΝ Hellas, η οποία, όπως αποκαλύπτεται, απέστειλε επιστολές σε κατόχους μακροχρόνιων ισόβιων νοσοκομειακών συμβολαίων, ενημερώνοντάς τους για σημαντικές ετήσιες αυξήσεις.
Για παράδειγμα, για το πρόγραμμα νοσοκομειακής περίθαλψης «ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΥΠΕΡΚΑΡΤΑΣ ΥΓΕΙΑΣ HOSPITAL PLUS», το ποσοστό αύξησης φτάνει το 9,50%, ενώ για το «ΥΠΕΚΑΡΤΑ ΥΓΕΙΑΣ» το 12%. Η εταιρεία επιχειρεί να δικαιολογήσει τις αναπροσαρμογές επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, την με αριθμό 74.816/2025 Κοινή Υπουργική Απόφαση που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025 και αφορά τη δημιουργία ενός Ετήσιου Δείκτη Αναπροσαρμογής (Ε.Δ.Α.) για τις μακροχρόνιες ασφαλίσεις υγείας.
Το βασικό, όμως, πρόβλημα που επισημαίνει η ΕΚΠΟΙΖΩ είναι ότι ο δείκτης αυτός, αν και έπρεπε να είχε τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2026, δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί. Συνεπώς, η αναφορά του σε μια τυποποιημένη επιστολή δεν είναι απλά παραπλανητική, αλλά, σύμφωνα με την οργάνωση, και πλήρως αναληθής. Η ΝΝ Hellas, υποστηρίζει η ΕΚΠΟΙΖΩ, χρησιμοποιεί έναν ανύπαρκτο δείκτη για να νομιμοποιήσει αυξήσεις που χαρακτηρίζονται αδιαφανείς, αβάσιμες και καταχρηστικές. Μάλιστα, υπενθυμίζεται ότι παρόμοιες πρακτικές της ίδιας εταιρείας έχουν ήδη κριθεί τελεσίδικα ως καταχρηστικές από τα δικαστήρια, με αποφάσεις που επικύρωσαν πρόστιμα της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή.
Σύμφωνα με την ΕΚΠΟΙΖΩ, η τακτική αυτή δεν είναι τυχαία. Ο πραγματικός στόχος πίσω από τις υπέρογκες αυξήσεις είναι να αναγκαστούν οι ασφαλισμένοι, ειδικά όσοι είναι μεγαλύτερης ηλικίας και έχουν διατηρήσει για δεκαετίες ισόβια συμβόλαια, να τα εγκαταλείψουν. Από εκεί, οι εταιρείες μπορούν να τους κατευθύνουν σε ετησίως ανανεούμενα συμβόλαια, όπου έχουν απεριόριστη ελευθερία να αναπροσαρμόζουν τις τιμές κάθε χρόνο, χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό. Στην ίδια λογική, η εταιρεία μέσα από τις επιστολές της προτρέπει με τρόπο που η ΕΚΠΟΙΖΩ χαρακτηρίζει «προκλητικό» τους πελάτες της να «εξετάσουν οικονομικότερες εναλλακτικές», αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι τα υφιστάμενα ισόβια συμβόλαια δεν είναι πλέον βιώσιμα γι’ αυτούς.
Παράλληλα, η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Μιλένα Αποστολάκη επανέρχεται με νέα ερώτηση προς τον υπουργό Ανάπτυξης, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση φέρει ευθύνη για το κλίμα ασυδοσίας που έχει δημιουργηθεί.
Κατά την ίδια, παρά την κατάργηση του προηγούμενου αμφιλεγόμενου δείκτη του ΙΟΒΕ, η κυβέρνηση δεν κατάφερε να αντικαταστήσει έγκαιρα το πλαίσιο με έναν σαφή, διαφανή και λειτουργικό μηχανισμό προστασίας των ασφαλισμένων. Χαρακτηριστικά, αναφέρει ότι το ΠΑΣΟΚ είχε καταθέσει τροπολογία που προέβλεπε συγκεκριμένες προδιαγραφές για τον νέο δείκτη, καθώς και ασφαλιστικές δικλείδες για το μεταβατικό διάστημα έως την εφαρμογή του, ωστόσο η κυβέρνηση την απέρριψε, προτιμώντας να επαναπαυθεί σε αόριστες «δεσμεύσεις» των ίδιων των ασφαλιστικών εταιρειών.
Η βουλευτής θέτει τρία κρίσιμα ερωτήματα προς τον κ. Θεοδωρικάκο: πρώτον, εάν θεωρεί σύννομες τις νέες αυξήσεις που επιβάλλονται την ώρα που ο δείκτης αναπροσαρμογής δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί και άρα δεν υφίσταται.
Δεύτερον, ποια μέτρα προτίθεται να λάβει άμεσα για να προστατεύσει τους χιλιάδες ασφαλισμένους που πλήττονται, ιδιαίτερα τους ηλικιωμένους. Και τρίτον, εάν υπάρχει πρόθεση για τη θέσπιση ενός προσωρινού, έκτακτου ανώτατου ορίου στις αυξήσεις, μέχρις ότου ο νέος δείκτης τελικά δημοσιευθεί και τεθεί σε εφαρμογή.
Ουσιαστικά, αυτό που περιγράφεται είναι ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τους πολίτες που επί χρόνια πλήρωναν πιστά τα ασφάλιστρά τους, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν μια σταθερή και ισόβια κάλυψη για την υγεία τους. Αντί αυτού, βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι είτε με διπλάσιες ή και τριπλάσιες ετήσιες εισφορές, είτε με την οδυνηρή επιλογή να αποχωρήσουν από ένα συμβόλαιο που είχαν συνάψει με την προοπτική να τους συνοδεύει για μια ζωή. Καθώς οι αντιδράσεις πληθαίνουν και οι καταγγελίες διαδέχονται η μία την άλλη, το ερώτημα που παραμένει είναι αν η κυβέρνηση θα παρέμβει άμεσα ή θα αφήσει τους ασφαλισμένους στο έλεος μιας αγοράς όπου η διαφάνεια μοιάζει να είναι ο πρώτος χαμένος.



