Ένα νέο, σφοδρό κύμα ανατιμήσεων στα καύσιμα σαρώνει την ελληνική αγορά, επαναφέροντας το φάσμα της ενεργειακής ακρίβειας σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη συγκυρία, καθώς τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις προετοιμάζονται για τις αυξημένες ανάγκες του φθινοπώρου και του χειμώνα. Η αλματώδης άνοδος των διεθνών τιμών του αργού πετρελαίου, σε συνδυασμό με τις κλιμακούμενες γεωπολιτικές εντάσεις σε κομβικές ναυτιλιακές αρτηρίες, έχει ήδη μετακυλιστεί με ταχύτητα από τα διυλιστήρια στις αντλίες των πρατηρίων σε ολόκληρη τη χώρα.
Στη ρίζα του προβλήματος βρίσκεται η εκτόξευση των διεθνών δεικτών, με το πετρέλαιο τύπου Brent να φλερτάρει ανοιχτά με το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι και το φυσικό αέριο να υπερβαίνει τα 74 ευρώ ανά μεγαβατώρα στον ευρωπαϊκό κόμβο TTF. Η νευρικότητα των αγορών τροφοδοτείται από τη νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και τους αυστηρούς περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στα Στενά του Ορμούζ, εξέλιξη που έχει συρρικνώσει δραματικά τις ημερήσιες διελεύσεις δεξαμενόπλοιων και προκαλεί ασφυξία στην παγκόσμια προσφορά. Την κατάσταση επιβαρύνει περαιτέρω η απόφαση του OPEC+ να διατηρήσει αμετάβλητα τα επίπεδα παραγωγής, συντηρώντας το έλλειμμα στην αγορά και ενισχύοντας τις κερδοσκοπικές πιέσεις στις προθεσμιακές αγορές.
Στην εγχώρια λιανική, η μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης προσεγγίζει σταθερά τα 2,10 ευρώ το λίτρο, ενώ ακόμη πιο ανησυχητική κρίνεται η πορεία του diesel κίνησης, το οποίο έχει διασπάσει το όριο των 2,05 ευρώ το λίτρο. Η άνοδος αυτή πλήττει τον πυρήνα της εφοδιαστικής αλυσίδας, ενώ οι έντονες γεωγραφικές ανισότητες οξύνουν περαιτέρω το πρόβλημα. Ενώ στα μεγάλα αστικά κέντρα οι τιμές συγκρατούνται οριακά, στη νησιωτική χώρα και στις ορεινές περιοχές η αμόλυβδη έχει ήδη ξεπεράσει τα 2,30 ευρώ το λίτρο, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τις τοπικές κοινωνίες λόγω του αυξημένου μεταφορικού κόστους.
Παρά τις διαβεβαιώσεις των παραγόντων του ενεργειακού τομέα ότι η επάρκεια καυσίμων είναι εξασφαλισμένη χάρη στη διασπορά προμηθευτών και τα θεσμοθετημένα στρατηγικά αποθέματα των ελληνικών διυλιστηρίων, το αμιγώς οικονομικό αποτύπωμα παραμένει δυσβάσταχτο. Οι δευτερογενείς ανατιμήσεις αναμένεται να μετακυλιστούν άμεσα στις τιμές των βασικών αγαθών στα ράφια των σούπερ μάρκετ, στα εισιτήρια των ακτοπλοϊκών και αεροπορικών μεταφορών, αλλά και στο κόστος θέρμανσης. Σε συνδυασμό με τη διατήρηση των υψηλών ειδικών φόρων κατανάλωσης και του ΦΠΑ, η κάλυψη των καθημερινών ενεργειακών αναγκών μετατρέπεται εκ νέου σε μια σύνθετη εξίσωση για τους Έλληνες καταναλωτές.


