Ο Άδωνις Γεωργιάδης επικαλέστηκε σε δημόσια τοποθέτησή του μια νομολογία του Αρείου Πάγου για τη νομιμότητα χρήσης των γυαλιών Ray-Ban Meta. Ωστόσο ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα δεν υπάρχει στην απόφαση που επικαλείται ο υπουργός.
Η αντιπαράθεση ξεκίνησε μετά τις δημόσιες εμφανίσεις του υπουργού Υγείας με τα «έξυπνα» γυαλιά της Meta τα οποία διαθέτουν ενσωματωμένη κάμερα και μπορούν να καταγράφουν φωτογραφίες και βίντεο.
Η χρησιμοποίηση της συσκευής απο τον υπουργό Υγείας σε δημόσιες εκδηλώσεις προκάλεσε αντιδράσεις για τα όρια της καταγραφής προσώπων χωρίς προηγούμενη ενημέρωση ή συγκατάθεση.
Ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης παρενέβη με ανάρτησή του στο facebook καταλογίζοντας στον υπουργό ότι παρουσίασε ως απόφαση του Αρείου Πάγου ένα περιεχόμενο που, όπως υποστηρίζει, δεν περιλαμβάνεται στη σχετική δικαστική απόφαση.
Σύμφωνα με τον δικηγόρο, ο Άδωνις Γεωργιάδης επικαλέστηκε συγκεκριμένη παράγραφο προκειμένου να υποστηρίξει ότι η παρουσία κάποιου σε δημόσια εκδήλωση μπορεί να συνεπάγεται σιωπηρή αποδοχή της καταγραφής του από τρίτους. Η συγκεκριμένη θέση παρουσιάστηκε ως μέρος της νομολογίας του Αρείου Πάγου.
Ο Καμπαγιάννης υποστηρίζει ότι η πραγματική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου όχι μόνο δεν περιλαμβάνει το απόσπασμα που επικαλείται ο υπουργός, αλλά κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση.
Όπως επισημαίνει, η απόφαση αναφέρεται στην οικειοθελή συμμετοχή σε μια δημόσια εκδήλωση και στη λήψη φωτογραφιών, διευκρινίζοντας όμως ότι αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνουν αυτομάτως πως υπάρχει συγκατάθεση για τη δημοσίευσή τους. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
Με βάση αυτή την ανάγνωση της απόφασης, ο δικηγόρος κατηγορεί τον υπουργό ότι δεν έκανε απλώς μια διαφορετική νομική ερμηνεία, αλλά απέδωσε στο δικαστήριο διατύπωση που δεν περιλαμβάνεται στο κείμενό του.
Το ζήτημα, επομένως, δεν περιορίζεται στη χρήση των γυαλιών της Meta. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η δικαστική νομολογία στον δημόσιο διάλογο, ιδιαίτερα όταν αυτή επιστρατεύεται για να δικαιολογήσει πρακτικές που αφορούν την προστασία της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων.
Ο Καμπαγιάννης χαρακτηρίζει την υπόθεση χαρακτηριστικό παράδειγμα διασποράς ψευδών πληροφοριών και θέτει ζήτημα δημόσιας απάντησης από τον Άρειο Πάγο. Το ερώτημα που θέτει είναι αν ένας υπουργός μπορεί να αποδίδει σε ανώτατο δικαστήριο μια νομική θέση που δεν προκύπτει από την ίδια την απόφασή του, χωρίς αυτό να προκαλεί θεσμική αντίδραση.
Η ουσία της αντιπαράθεσης βρίσκεται πλέον στο ίδιο το δικαστικό κείμενο. Και εκεί, σύμφωνα με τον Καμπαγιάννη, η απόσταση ανάμεσα σε όσα υποστηρίχθηκαν δημόσια και σε όσα πραγματικά αναφέρει η απόφαση είναι αρκετά μεγάλη ώστε να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή διαφορά ερμηνείας.


