Καθώς βρισκόμαστε ακόμη σε mode «Καλή Παναγιά», δεν μπορούμε να μην σταθούμε στις ακροδεξιές «κορώνες» που εκτοξεύονται από ορισμένους φανατικούς οπαδούς του μπακογιαννισμού και της Δεξιάς, με την ακροδεξιά τους προέκταση στην Αθήνα.
Και επειδή πλέον δεν μιλάμε απλώς για μεμονωμένες αναρτήσεις στα social media, αλλά και για αρθρογραφία που επιχειρεί να προσδώσει ιδεολογικό άλλοθι σε μια ρητορική αποκλεισμού, αξίζει να σταθούμε και στο άρθρο της Ματίνας Βεντούρα. Όχι για να κρίνουμε την ίδια ως πρόσωπο, αλλά για να συζητήσουμε δημόσια τις ιδέες και τα επιχειρήματα που διατυπώνονται.
Γιατί όταν μια γιορτή μιας μεταναστευτικής κοινότητας μετατρέπεται σε αφορμή για υποτιμητικούς υπαινιγμούς, στερεότυπα και απαξιωτικές αναφορές, δεν έχουμε απλώς μια «διαφορετική άποψη». Έχουμε μια δημόσια συζήτηση που μετατοπίζει επικίνδυνα τα όρια του αποδεκτού και κινδυνεύει να κάνει τον ρατσιστικό λόγο να μοιάζει με… φυσιολογικό πολιτικό σχόλιο.
Είναι εκείνο το πολιτικό και ιδεολογικό οικοσύστημα που μπορεί να πανηγυρίζει με σημαιάκια την 4η Ιουλίου και την Ημέρα Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ στην Αθήνα, αλλά όταν η πακιστανική κοινότητα της πόλης γιορτάζει τη δική της Ημέρα Ανεξαρτησίας, ξαφνικά ανακαλύπτει ότι η πολυπολιτισμικότητα, η μετανάστευση και η διαφορετικότητα αποτελούν περίπου… εθνική απειλή.
Η αντίφαση θα ήταν απλώς γραφική, αν δεν έκρυβε κάτι πολύ πιο σοβαρό: μια δεξιά ρητορική που, σε ορισμένες εκδοχές της, φλερτάρει επικίνδυνα με την ακροδεξιά κανονικοποίηση του ρατσισμού.
Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που θέλουν να εμφανίζονται ως θεματοφύλακες της «κανονικότητας», της «τάξης» και του «πολιτισμού», αλλά δυσκολεύονται να αποδεχθούν μια στοιχειώδη δημοκρατική αρχή: ότι η ελευθερία, η αξιοπρέπεια και το δικαίωμα στη συλλογική μνήμη δεν έχουν εθνικότητα.
Ας το πούμε καθαρά: δεν πρόκειται απλώς για μια πολιτική αντίφαση. Πρόκειται για μια βαθιά προβληματική αντίληψη σχετικά με το ποιος δικαιούται να γιορτάζει, ποιος δικαιούται να αισθάνεται πατρίδα και ποιος, σύμφωνα με αυτή τη λογική, πρέπει να παραμένει αόρατος.
Είναι το λιγότερο προκλητικό να εμφανίζονται ως τιμητές του «politically correct» άνθρωποι που φαίνεται να θυμούνται την αρχή της αυτοδιάθεσης μόνο όταν αφορά τους «δικούς τους» λαούς και τις «δικές τους» σημαίες.
Γιατί η ελευθερία δεν είναι α λα καρτ. Ή είναι δικαίωμα όλων ή δεν είναι δικαίωμα.
Και κάπου εδώ υπάρχει μια ακόμη μεγαλύτερη αντίφαση. Οι ίδιοι άνθρωποι που αυτές τις ημέρες θα ευχηθούν «Καλή Παναγιά», καλό είναι να θυμούνται ότι το μήνυμα της Ορθόδοξης παράδοσης δεν υπήρξε μήνυμα ρατσιστικού μίσους, περιφρόνησης του ξένου ή αποκλεισμού του διαφορετικού.
Η φιλοξενία, η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά και η συνύπαρξη δεν είναι εισαγόμενες αξίες. Είναι κομμάτι της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας αυτού του τόπου.
Και γι’ αυτό, μέσα σε όλον αυτόν τον θόρυβο, αξίζει να κρατήσουμε μια φράση του προέδρου της πακιστανικής κοινότητας. Όχι για λόγους πολιτικής ορθότητας, αλλά επειδή είναι μια φράση βαθιά ανθρώπινη και, τελικά, πολύ πιο κοντά στο νόημα της 15ης Αυγούστου από όσα ακούμε αυτές τις ημέρες από τους επαγγελματίες του διχασμού:
«Θέλω να ευχαριστήσω κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδα που ήταν και είναι δίπλα μας σε κάθε μάχη και σε κάθε γιορτή, τον Δήμο Αθηναίων, τους βουλευτές, τα πολιτικά και εργατικά κόμματα που μας στηρίζουν. Είμαστε εργατική τάξη και είμαστε όλοι εδώ για ένα πράγμα: δουλειά, σεβασμό, αλληλεγγύη, χωρίς ρατσισμό».
Αυτό είναι το μήνυμα.
Όχι το μίσος. Όχι ο αποκλεισμός. Όχι η ιδέα ότι η Αθήνα ανήκει μόνο σε όσους κάποιοι θεωρούν «αρκετά Έλληνες».
Η Αθήνα είναι πόλη ανθρώπων. Όλων των ανθρώπων που ζουν, εργάζονται, δημιουργούν και αγωνίζονται σε αυτήν.
Μάλιστα, αξίζει να αναφερθεί εδώ, πως η συγκεκριμένη εκδήλωση εορτασμού της ημέρας ανεξαρτησίας του Πακιστάν, έχει εορταστεί τόσο επί Δημαρχίας Καμίνη όσο και .. επί Δημαρχίας Κώστα Μπακογιάννη..
Επομένως, αν κάτι αξίζει να ευχηθούμε σήμερα, είναι ακριβώς αυτό:
Καλή Παναγιά με περισσότερη ανθρωπιά, περισσότερη αλληλεγγύη και πολύ λιγότερο ρατσισμό.
Γιατί η προοδευτική Αθήνα δεν χωράει μίσος.
Και, κυρίως, δεν το χρειάζεται.



