8 Σεπτεμβρίου, 2026
Expand search form

ΟΙ Έλληνες τρώνε τις αποταμιεύσεις τους: Καταναλώνουν περισσότερα από όσα βγάζουν

Όλες οι κατηγορίες: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Κοινοποιήστε

Οι Έλληνες δεν αποταμιεύουν. Και τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι το πρόβλημα γίνεται εντονότερο. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 τα ελληνικά νοικοκυριά ξόδεψαν περισσότερα χρήματα από όσα είχαν στη διάθεσή τους, καλύπτοντας τη διαφορά από αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών, χρηματοδότηση και άλλες πηγές εισοδήματος.

Για κάθε 100 ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος, τα νοικοκυριά δαπάνησαν περίπου 103,3 ευρώ. Σε απόλυτους αριθμούς, μέσα σε μόλις τρεις μήνες είχαν διαθέσιμο εισόδημα 39,13 δισ. ευρώ, ενώ η καταναλωτική τους δαπάνη έφθασε τα 40,4 δισ. ευρώ. Δηλαδή, κατανάλωσαν περίπου 1,3 δισ. ευρώ περισσότερα από το εισόδημα που καταγράφηκε στους εθνικούς λογαριασμούς.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται με τον πιο καθαρό τρόπο στην αποταμίευση: το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών υποχώρησε στο -3,3%, από -1,8% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.

Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται απλώς για μια οικονομία στην οποία οι πολίτες βάζουν στην άκρη λιγότερα χρήματα. Τα ελληνικά νοικοκυριά, συνολικά, δεν δημιουργούν νέα αποταμίευση. Καταναλώνουν μέρος των χρημάτων που είχαν ήδη συσσωρεύσει ή καλύπτουν τις ανάγκες τους από άλλες πηγές.

Το εισόδημα ανεβαίνει, αλλά η κατανάλωση τρέχει γρηγορότερα

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο βρίσκεται στη διαφορά μεταξύ εισοδήματος και κατανάλωσης.

Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 3,2% σε ετήσια βάση. Η κατανάλωση, όμως, αυξήθηκε κατά 4,7%.

Η διαφορά μπορεί να μοιάζει μικρή σε ποσοστιαίες μονάδες, όμως σε μια οικονομία δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ μεταφράζεται σε σημαντικά ποσά. Τα νοικοκυριά αυξάνουν τις δαπάνες τους ταχύτερα από το εισόδημά τους και, επομένως, η αποταμίευση πιέζεται ακόμη περισσότερο.

Και αυτό συμβαίνει σε μια χώρα όπου η αποταμίευση των νοικοκυριών παραμένει εδώ και χρόνια εξαιρετικά χαμηλή σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Περισσότερα από 100 ευρώ κατανάλωση για κάθε 100 ευρώ εισόδημα

Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια οικονομία όπου η κατανάλωση έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ταχύτητα από την αύξηση των εισοδημάτων.

Το πρώτο τρίμηνο του 2026 τα νοικοκυριά διέθεσαν 103,3 ευρώ για κάθε 100 ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος.

Η διαφορά των 3,3 ευρώ δεν εξαφανίζεται. Πρέπει να χρηματοδοτηθεί.

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της εικόνας που δίνουν οι αριθμοί: όταν ένα νοικοκυριό ξοδεύει σταθερά περισσότερα από όσα εισπράττει, η διαφορά καλύπτεται είτε από χρήματα που έχουν αποταμιευθεί στο παρελθόν είτε από δανεισμό είτε από άλλες χρηματοοικονομικές πηγές.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα στοιχεία των τραπεζών δείχνουν ότι τουλάχιστον ένα μέρος αυτής της προσαρμογής περνά από τις καταθέσεις.

Ένα δισεκατομμύριο ευρώ λιγότερα στις καταθέσεις των νοικοκυριών

Ακριβώς στο ίδιο τρίμηνο που εξετάζει η ΕΛΣΤΑΤ, οι καταθέσεις των νοικοκυριών στις τράπεζες μειώθηκαν καθαρά κατά περίπου 1,03 δισ. ευρώ.

Τον Ιανουάριο οι εκροές έφθασαν τα 756 εκατ. ευρώ, τον Φεβρουάριο καταγράφηκε μικρή εισροή 74 εκατ. ευρώ, ενώ τον Μάρτιο οι καταθέσεις μειώθηκαν εκ νέου κατά περίπου 352 εκατ. ευρώ.

Τα δύο μεγέθη δεν μπορούν να ταυτιστούν λογιστικά. Η αποταμίευση στους εθνικούς λογαριασμούς και οι τραπεζικές καταθέσεις αφορούν διαφορετικές στατιστικές έννοιες και ροές.

Η χρονική σύμπτωση, όμως, είναι αποκαλυπτική.

Την ώρα που τα νοικοκυριά κατανάλωναν περίπου 1,3 δισ. ευρώ περισσότερα από το διαθέσιμο εισόδημά τους, οι τραπεζικές τους καταθέσεις μειώνονταν κατά περίπου 1 δισ. ευρώ.

Δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η διαφορά των 1,3 δισ. ευρώ χρηματοδοτήθηκε από τις καταθέσεις. Σημαίνει, όμως, ότι η εικόνα των νοικοκυριών που δυσκολεύονται να δημιουργήσουν νέο αποταμιευτικό απόθεμα επιβεβαιώνεται και από την τραπεζική εικόνα.

Οι καταθέσεις αυξάνονται — αλλά κυρίως των επιχειρήσεων

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα τους επόμενους μήνες.

Τον Απρίλιο τα νοικοκυριά πρόσθεσαν περίπου 869 εκατ. ευρώ στις καταθέσεις τους, τον Μάιο άλλα 340 εκατ. ευρώ και τον Ιούνιο 995 εκατ. ευρώ.

Όμως πίσω από τη συνολική αύξηση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα βρίσκεται κυρίως ο επιχειρηματικός τομέας.

Στα τέλη Ιουνίου οι συνολικές καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα είχαν φθάσει τα 223,5 δισ. ευρώ. Μόνο τον Ιούνιο αυξήθηκαν κατά 8,575 δισ. ευρώ.

Από αυτά, περίπου 7,58 δισ. ευρώ προήλθαν από επιχειρήσεις και μόλις 995 εκατ. ευρώ από νοικοκυριά.

Δηλαδή, περίπου 88 στα 100 ευρώ της αύξησης των ιδιωτικών καταθέσεων τον Ιούνιο κατευθύνθηκαν σε επιχειρηματικούς λογαριασμούς.

Αν προστεθεί και ο Μάιος, η διαφορά γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Μέσα στους δύο μήνες οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά περίπου 13,9 δισ. ευρώ. Περίπου 12,55 δισ. ευρώ προήλθαν από επιχειρήσεις και μόλις 1,34 δισ. ευρώ από νοικοκυριά.

Πάνω από 90% της αύξησης προήλθε, επομένως, από τις επιχειρήσεις.

Η εικόνα αποτυπώνεται και στους ετήσιους ρυθμούς: τον Ιούνιο οι επιχειρηματικές καταθέσεις αυξάνονταν με ρυθμό περίπου 23%, ενώ οι καταθέσεις των νοικοκυριών με μόλις 4,3%.

Η ρευστότητα υπάρχει στην οικονομία. Αλλά δεν βρίσκεται με τον ίδιο τρόπο στις τσέπες των νοικοκυριών.

Η Ελλάδα απέχει δραματικά από την Ευρώπη στην αποταμίευση

Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν η Ελλάδα συγκριθεί με την Ευρωζώνη.

Στην Ευρωζώνη το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών παρέμεινε στο 14,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στο 14,1%.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, το ποσοστό είναι αρνητικό: -3,3%.

Η απόσταση δεν είναι οριακή. Είναι τεράστια.

Στην Ευρωζώνη εισόδημα και κατανάλωση κινήθηκαν σχεδόν παράλληλα, με ετήσιες μεταβολές 0,7% και 0,8% αντίστοιχα. Στην Ελλάδα η κατανάλωση αυξάνεται αισθητά ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημα.

Και σε τριμηνιαία, εποχικά διορθωμένη βάση, η εικόνα επιδεινώνεται: το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα μειώθηκε κατά 2,5%, ενώ η κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,2%. Το ελληνικό ποσοστό αποταμίευσης κατέγραψε πτώση 3,7%, τη δεύτερη μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών με διαθέσιμα στοιχεία, πίσω από τη Ρουμανία.

Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς πρόβλημα χαμηλής αποταμίευσης. Αντιμετωπίζει πρόβλημα αρνητικής αποταμίευσης.

Ποιοι έχουν, τελικά, το «μαξιλάρι»;

Υπάρχει, βέβαια, και μια κρίσιμη παράμετρος που δεν πρέπει να αγνοηθεί: το γεγονός ότι υπάρχουν δεκάδες ή και εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ στις τραπεζικές καταθέσεις δεν σημαίνει ότι αυτά τα χρήματα είναι ισόποσα κατανεμημένα στην κοινωνία.

Τα στοιχεία της ΕΚΤ για την κατανομή του πλούτου δείχνουν ότι στο τέλος του 2025 το πλουσιότερο 10% των ελληνικών νοικοκυριών κατείχε περίπου 84,8 δισ. ευρώ σε καταθέσεις.

Άρα, το συνολικό ύψος των καταθέσεων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι ο μέσος Έλληνας διαθέτει ένα μεγάλο χρηματοοικονομικό «μαξιλάρι».

Άλλο η συνολική αποταμίευση της χώρας και άλλο η δυνατότητα του κάθε νοικοκυριού να βάζει χρήματα στην άκρη.

Και ο πληθωρισμός τρώει ακόμη περισσότερο την αποταμίευση

Ακόμη και για εκείνους που εξακολουθούν να διατηρούν χρήματα στις τράπεζες, υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας: η αγοραστική δύναμη αυτών των χρημάτων.

Οι καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών απέδιδαν μόλις 0,03%, ενώ το μέσο επιτόκιο στις υφιστάμενες προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας έως δύο ετών διαμορφωνόταν τον Μάιο στο 1,14%.

Όταν η απόδοση των καταθέσεων παραμένει τόσο χαμηλή σε σχέση με τον πληθωρισμό, τα χρήματα που παραμένουν στην τράπεζα μπορεί να αυξάνονται ονομαστικά, αλλά να χάνουν αγοραστική δύναμη σε πραγματικούς όρους.

Ο δανεισμός δεν λύνει το πρόβλημα

Μια ακόμη πηγή χρηματοδότησης της κατανάλωσης είναι η πίστωση.

Τον Ιούνιο η καθαρή χρηματοδότηση προς ιδιώτες και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα ήταν θετική κατά 258 εκατ. ευρώ, έναντι μόλις 39 εκατ. ευρώ τον Μάιο, ενώ ο ετήσιος ρυθμός αύξησης διαμορφώθηκε στο 2,6%.

Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνος του το σύνολο της διαφοράς μεταξύ εισοδήματος και κατανάλωσης.

Και υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα: το κόστος του δανεισμού.

Το μέσο επιτόκιο στα υφιστάμενα καταναλωτικά και λοιπά δάνεια προς ιδιώτες είχε φθάσει τον Μάιο στο 8,40%. Την ίδια στιγμή, οι καταθέσεις των νοικοκυριών απέδιδαν ένα ελάχιστο κλάσμα αυτού του ποσοστού.

Με απλά λόγια, το να χρηματοδοτεί κάποιος την κατανάλωσή του με δανεικά είναι πολλαπλάσια ακριβότερο από το να αφήνει τα χρήματά του στην τράπεζα.

Η παραοικονομία: ένας παράγοντας που δεν μετριέται

Υπάρχει και ένας παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά δεν πρέπει και να παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένη εξήγηση της διαφοράς: η παραοικονομία.

Ένα μέρος του εισοδήματος που παράγεται στην οικονομία δεν καταγράφεται πλήρως στις επίσημες στατιστικές. Μπορεί, όμως, να εμφανιστεί στην κατανάλωση όταν αυτά τα χρήματα χρησιμοποιούνται για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών.

Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος της απόστασης μεταξύ επίσημα καταγεγραμμένου διαθέσιμου εισοδήματος και καταναλωτικής δαπάνης ενδέχεται να συνδέεται και με εισοδήματα που δεν αποτυπώνονται πλήρως.

Δεν υπάρχει, όμως, στατιστική βάση για να πει κανείς ότι από τα περίπου 1,3 δισ. ευρώ της διαφοράς του πρώτου τριμήνου ένα συγκεκριμένο ποσό προέρχεται από «μαύρο» χρήμα.

Κάθε τέτοιος υπολογισμός θα ήταν αυθαίρετος.

Η μεγάλη εικόνα

Οι αριθμοί, πάντως, είναι αρκετά καθαροί χωρίς να χρειάζεται να γίνουν υποθέσεις.

Το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 3,2%. Η κατανάλωση αυξήθηκε κατά 4,7%. Η αποταμίευση βυθίστηκε στο -3,3%. Και στο ίδιο τρίμηνο οι τραπεζικές καταθέσεις των νοικοκυριών μειώθηκαν κατά περίπου 1 δισ. ευρώ.

Την ίδια ώρα, η μεγάλη αύξηση των καταθέσεων που καταγράφηκε τον Μάιο και τον Ιούνιο δεν προήλθε από τα νοικοκυριά, αλλά συντριπτικά από τις επιχειρήσεις.

Η εικόνα που προκύπτει είναι επομένως σαφής:

Η Ελλάδα μπορεί να έχει χρήματα στο τραπεζικό σύστημα. Τα ελληνικά νοικοκυριά, όμως, δεν αποταμιεύουν.

Και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό μήνυμα των στοιχείων.

Γιατί μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει ανάπτυξη, αυξημένη κατανάλωση και υψηλές συνολικές καταθέσεις. Αν, όμως, τα νοικοκυριά χρειάζεται να καταναλώνουν μέρος των παλιών τους αποταμιεύσεων για να διατηρήσουν το επίπεδο δαπανών τους, τότε η εικόνα της ευημερίας είναι πολύ πιο εύθραυστη από όσο δείχνει το ΑΕΠ.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πόσα χρήματα υπάρχουν στις ελληνικές τράπεζες. Είναι πόσα από αυτά μπορούν πραγματικά να αποταμιεύουν κάθε μήνα τα ελληνικά νοικοκυριά.

Και τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2026 δίνουν μια μάλλον δυσάρεστη απάντηση: όχι μόνο δεν αποταμιεύουν, αλλά συνολικά ξοδεύουν περισσότερα από όσα διαθέτουν.

Προηγούμενο Άρθρο

Ο Απαράδεκτος: Παροχές μετά τις κάλπες, το γαλάζιο ρήγμα, τα «χιλιάδες drones», τα σπίτια που δεν υπάρχουν και ο Μασκ που παίζει πολιτική

Επόμενο Άρθρο

Σία Κοσιώνη: «Ελληνικό θαύμα χωρίς τους Έλληνες δεν μπορεί να είναι θαύμα» – «Μέτρα για την ακρίβεια δεν είδα»

Μπορεί να σου αρέσει επίσης …

Χρηματιστήριο: Ισχυρό rebound με κέρδη 3,6% – Άλμα 6% για τις τράπεζες

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΡάλι ανακούφισης πραγματοποίησε σήμερα το ελληνικό χρηματιστήριο, το οποίο κατάφερε να περιορίσει τις απώλειες από το «πολεμικό sell off» που έλαβε […]

Στάση αναμονής στο χρηματιστήριο με το βλέμμα στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΉπια άνοδο καταγράφει σήμερα το ελληνικό χρηματιστήριο, ανακάμπτοντας εν μέρει μετά τις χθεσινές βαριές απώλειες. Οι αγορές κινούνται σε ένα περιβάλλον […]

Πετρέλαιο: Άλμα άνω του 6% μετά την απειλή του Ιράν για πιθανό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ

Κοινοποιήστε

ΚοινοποιήστεΟι τιμές στο πετρέλαιο εκτινάχθηκαν άνω του 6% τη Δευτέρα, μετά από αναφορές ιρανικών κρατικών μέσων ενημέρωσης ότι η Τεχεράνη προτίθεται […]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *