Τις τρεις προτάσεις για το τέλος της ασυδοσίας των τραπεζών παρουσιάσε σήμερα το ΠΑΣΟΚ
Η σχέση μεταξύ του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και της κοινωνίας βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, καθώς τα οικονομικά δεδομένα του 2025 αναδεικνύουν μια έντονη δυσαναλογία.
Παρά την επανειλημμένη κεφαλαιακή στήριξη των τραπεζών με πόρους των Ελλήνων πολιτών κατά την προηγούμενη δεκαετία, η τρέχουσα κερδοφορία τους φαίνεται να αποσυνδέεται από τον θεσμικό τους ρόλο ως αιμοδότες της πραγματικής οικονομίας.
Η ανάλυση των στοιχείων δείχνει ότι η υψηλή κερδοφορία, η οποία αγγίζει τα 4,5 δισ. ευρώ, δεν μεταφράζεται σε ανάλογη βελτίωση των συνθηκών δανειοδότησης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ούτε σε μείωση του κόστους συναλλαγών για τους ιδιώτες.
Το πλαίσιο των τριών παρεμβάσεων που προτείνει το ΠΑΣΟΚ στοχεύει στην αποκατάσταση αυτής της ισορροπίας, εστιάζοντας στην κοινωνική ανταποδοτικότητα και τη δημοσιονομική δικαιοσύνη.
Η πρώτη παρέμβαση αφορά την επιβολή έκτακτης εισφοράς στα τραπεζικά κέρδη για τα έτη 2025 και 2026. Το μέτρο αυτό δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά εναρμονίζεται με πρακτικές που έχουν ήδη υιοθετηθεί σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όπου τα υπερβάλλοντα κέρδη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων φορολογούνται εκτάκτως για την ενίσχυση των δημόσιων εσόδων. Η λογική πίσω από αυτή την πρόταση εδράζεται στο γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος της κερδοφορίας προέρχεται από τη διαφορά επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων, η οποία παραμένει από τις υψηλότερες στην ευρωζώνη, επιβαρύνοντας το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Η δεύτερη πρόταση εισέρχεται στον πυρήνα της κεφαλαιακής διάρθρωσης των τραπεζών, εστιάζοντας στην επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου. Πρόκειται για ένα λογιστικό δικαίωμα που επιτρέπει στις τράπεζες να συμψηφίζουν φόρους με παλαιότερες ζημιές, γεγονός που στην πράξη περιορίζει τις φορολογικές τους υποχρεώσεις για πολλά έτη. Η πρόταση για αυξημένες απαιτήσεις διανομής κερδών αποκλειστικά για την απόσβεση αυτού του φόρου επιδιώκει να βελτιώσει την ποιότητα των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών. Με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται ότι τα κέρδη δεν θα κατευθύνονται κυρίως σε μερίσματα προς μετόχους του εξωτερικού, αλλά θα χρησιμοποιούνται για τη θωράκιση του ίδιου του συστήματος και την ελάφρυνση μελλοντικών δημοσιονομικών βαρών.
Η τρίτη παρέμβαση έχει άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα του πολίτη και αφορά την κατάργηση των χρεώσεων για τη διατήρηση καταθετικών λογαριασμών. Σε μια περίοδο όπου οι ψηφιακές συναλλαγές είναι πλέον υποχρεωτικές για το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας, οι προμήθειες και τα λειτουργικά κόστη που επιβάλλουν τα ιδρύματα θεωρούνται από πολλούς ως καταχρηστικά εμπόδια στην ελεύθερη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες. Η κατάργησή τους θα αποτελούσε ένα ουσιαστικό βήμα προς την ενίσχυση της διαφάνειας και την ανακούφιση των καταθετών.
Συνολικά, οι προτεινόμενες παρεμβάσεις συνθέτουν έναν οδικό χάρτη για τη μετατόπιση του τραπεζικού μοντέλου από μια κλειστή ολιγοπωλιακή δομή σε έναν μηχανισμό που υπηρετεί την ανάπτυξη. Το διακύβευμα για την κυβέρνηση είναι αν θα επιλέξει να διατηρήσει το υφιστάμενο καθεστώς ή αν θα προχωρήσει σε ρυθμίσεις που θα διασφαλίζουν ότι η κερδοφορία των τραπεζών θα συμβαδίζει με την πρόοδο της ελληνικής κοινωνίας και την οικονομική σταθερότητα της χώρας.






